Ένας χρόνος από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου: Δημοσίευση κεφαλαίου από το βιβλίο του Φώτη Κυζάκη, Αλέξης Τσίπρας: Η τετραετία της ωρίμανσης”

Η Εναλλακτική ενόψει του ενός χρόνου από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου δημοσιεύει το κεφάλαιο “Εθνικές Εκλογές 7ης Ιουλίου 2019” από το βιβλίο του Φώτη Κυζάκη, “Αλέξης Τσίπρας: Η τετραετία της ωρίμανσης” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις iWrite. Δείτε το βιβλίο εδώ: https://iwrite.gr/bookstore/alexis-tsipras-i-tetraetia-tis-orimansis/

Εθνικές Εκλογές 7ης Ιουλίου 2019

Μετά τη συντριπτική ήττα στις ευρωεκλογές, την ήττα στρατηγικής και όχι τη στρατηγική ήττα, όπως έγραψε ο Σεραφείμ Κοτρώτσος σε άρθρο του στο www.news247.gr, που ουσιαστικά έκανε ορατά τα πρώτα σημεία της ανατροπής του κομματικού συστήματος δυνάμεων, η προκήρυξη εκλογών αποδείχθηκε μια αναπόφευκτη δημοκρατική διαδικασία. Αυτή η δημοκρατική διαδικασία έπρεπε να βρει την Κουμουνδούρου τελείως διαφορετική, με ένα τελείως διαφορετικό αφήγημα, δεδομένου ότι το «επικοινωνιακό οικοδόμημα» του Μεγάρου Μαξίμου κατέρρευσε με το 23% στις ευρωεκλογές. Το αποτέλεσμα δεν έπρεπε να αγνοηθεί, δεν έπρεπε να αγνοηθούν η μεσαία τάξη, οι νέοι ψηφοφόροι, η Βόρεια Ελλάδα και η πολιτικά κεντρώα μερίδα του πληθυσμού, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τη μάχη.

Αυτό το γνώριζε καλά ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, κάτι που έγινε φανερό από τις δηλώσεις του, όπως προείπαμε, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. «Δεν μου ταιριάζει, δεν το έκανα ποτέ, δεν θα το πράξω ούτε και τώρα, να αγνοήσω αυτό το αποτέλεσμα (…) Όμως, η τελική ετυμηγορία ανήκει πάντοτε στον λαό, ανήκει σε όλους εσάς».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ήδη, λίγο αργότερα από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, με το 15% της Επικράτειας να είναι μόνο ενσωματωμένο, είχε ζητήσει εκλογές. «Ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών όσο και των εκλογών στις Περιφέρειες, αλλά και στους μεγάλους δήμους, σηματοδοτεί μια ισχυρή αποδοκιμασία της σημερινής κυβέρνησης. Είναι φανερό ότι ο ελληνικός λαός έχει αποσύρει την εμπιστοσύνη του από την κυβερνητική πλειοψηφία. Ο χρόνος μέχρι την τυπική λήξη της θητείας της κυβέρνησης φαίνεται μικρός, αλλά είναι αρκετός για να γίνει ακόμα μεγαλύτερη ζημιά στη χώρα, ιδίως όταν διαγράφονται εθνικοί κίνδυνοι, αλλά και νέες απειλές στην οικονομία. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια νέα κυβέρνηση με νωπή την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού, που να διασφαλίζει τη σταθερότητα, αλλά και την προοπτική της σε αυτήν την κρίσιμη συγκυρία. Ο πρωθυπουργός οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες του. Για το καλό του τόπου πρέπει να παραιτηθεί και η χώρα να οδηγηθεί σε εθνικές εκλογές το συντομότερο δυνατόν…»

Πράγματι, ο Αλέξης Τσίπρας επισκέφθηκε στις 10 Ιουνίου τον Προκόπη Παυλόπουλο, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και, με πρόσχημα το ενδεχόμενο διατάραξης της οικονομίας από μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, ζήτησε εκλογές.

«Μετά τις ευρωεκλογές δημιουργήθηκε μια συνθήκη παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου κι αυτό εγκυμονεί κινδύνους για την οικονομία», είπε ο τότε πρωθυπουργός. «Να μη διακινδυνεύσουν οι κόποι και οι θυσίες του ελληνικού λαού. Υπό το βάρος αυτής της ευθύνης, σας ζητώ τη διάλυση της Βουλής και την ανανέωση της λαϊκής εντολής», συμπλήρωσε. Οι εθνικές εκλογές προκηρύχτηκαν για 7 Ιουλίου.

Όπως γράφει ο Γιάννης Μαυρής σε άρθρο του , στην προσωπική του ιστοσελίδα, «η προκήρυξη των εκλογών της 7ης Ιουλίου είχε και μια αρνητική πλευρά. Πρώτη φορά, στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, οι βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν μήνα Ιούλιο. Παλαιότερο ιστορικό προηγούμενο εντοπίζεται μόνο στον 19ο αιώνα: στις εκλογές του 1875 και στις πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές του 1844, δηλαδή πριν από 144 και 175 χρόνια, αντίστοιχα».

Στη μεταπολιτευτική περίοδο, σύμφωνα με τον δημοσκόπο της Public Issue, «κατεξοχήν “εποχή των βουλευτικών εκλογών” στην Ελλάδα παρέμεινε το φθινόπωρο. Αυτήν την εποχή έχουν διεξαχθεί περισσότερες από τις μισές αναμετρήσεις (9 από τις 17, ποσοστό 53%). Οι τρεις φθινοπωρινοί μήνες είναι εκλογικά “ισοδύναμοι”: Σεπτέμβριο έχουν διεξαχθεί οι εκλογές του 1996, του 2007 και του 2015,·Οκτώβριο οι εκλογές του 1981, του 1993 και του 2009, ενώ Νοέμβριο οι πρώτες και οι δεύτερες μεταδικτατορικές του 1974 και το 1977, καθώς και οι δεύτερες του 1989».

Το ίδιο, όμως, ισχύει και για τη συνολική εκλογική πρακτική από γεννήσεως του ελληνικού κράτους. Από το 1875, στην Ελλάδα διεξήχθησαν 68 εκλογικές αναμετρήσεις και «η διερεύνηση του χρόνου διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, στον ευρύτερο ιστορικό χρόνο, επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν παραπάνω. Τόσο στον 19ο όσο και στον 20ό αιώνα, οι περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν το φθινόπωρο (26/68, 38%) ή την άνοιξη (20/68, 29%) και όχι τους χειμερινούς μήνες (13/68, 19%) ή πολύ περισσότερο τους θερινούς (9/68, 13%)».

Πράγματι, ο χρόνος διεξαγωγής των εκλογών και οι ρυθμοί της κοινωνικής ζωής του τόπου έχουν, και οφείλουν να έχουν, τεράστια συνδυαστική σημασία. Και αυτό γιατί κατά «τους καλοκαιρινούς μήνες, η κανονικότητα της κοινωνικής ζωής σε μια μεσογειακή χώρα, όπως η Ελλάδα, διαταράσσεται, κυρίως, το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου, επίσης για πολλούς λόγους: 1) Διακόπτεται η εκπαιδευτική διαδικασία, αντικειμενικό γεγονός που αφορά έναν πολύ μεγάλο αριθμό ατόμων (μαθητές-φοιτητές, εκπαιδευτικούς, φροντιστές, γονείς, κ.ά.). Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε πληθυσμό που υπερβαίνει τα 3 εκατομμύρια και το 1 εκατομμύριο σε ψηφοφόρους. 2) Πρόκειται για τους κατ’ εξοχήν μήνες των αδειών/διακοπών του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας (δημοσίου και ιδιωτικού τομέα), που προκαλεί σημαντική πληθυσμιακή μετακίνηση (“τα μπάνια του λαού”). 3) Μεσολαβεί η μεγάλη θρησκευτική και εθνικοτοπική εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, επίσημη κρατική αργία (15 Αυγούστου). 4) Κυρίως, όμως, εντατικοποιείται η εποχική απασχόληση στον τουρισμό (τη “βαριά βιομηχανία” της χώρας). Αυτό ισχύει περισσότερο για τους νέους και τους ανέργους, οι οποίοι εγκαταλείπουν τους καλοκαιρινούς μήνες τα αστικά κέντρα (όπου ψηφίζουν), για να εγκατασταθούν σε τουριστικές περιοχές, όπου εργάζονται περιστασιακά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτική σημασία αυτού του παράγοντα αποδείχθηκε περίτρανα στις εκλογές του Ιουνίου 2012 και στοίχισε εκλογικά στον ΣΥΡΙΖΑ».

Σύμφωνα, λοιπόν, με «ιστορικά παγιωμένη εκλογική και πολιτική στρατηγική», ο μήνας Ιούλιος, για τον Γιάννη Μαυρή, δεν προσφέρεται ως μήνας διεξαγωγής εθνικών εκλογών. Η έναρξη της προεκλογικής περιόδου, όμως, ήταν γεγονός.

Ακριβώς μετά την επίσκεψή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο Αλέξης Τσίπρας μετέβη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο φουαγέ του οποίου θα παρουσιαζόταν το εκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και της Προοδευτικής Συμμαχίας. Το σύνθημα ήταν ένα: ΤΩΡΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ.
Κατά την προεκλογική περίοδο δεν έλειψε, φυσικά, η συχνή αναφορά στην έξοδο από τα μνημόνια και στη Συμφωνία των Πρεσπών, στα δύο στοιχεία που συνέθεταν τη νέα ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, μαζί με αυτά φαίνεται πως χρησιμοποιούνταν συχνά το εξής δίλημμα: «θα προχωρήσουμε μπροστά όλοι μαζί ή ο καθένας μόνος του και όποιος αντέξει;»

Παρά το ότι το κλίμα ήταν μουδιασμένο, υπήρχε ελπίδα ότι το αποτέλεσμα ανατρέπεται. Ο Αλέξης Τσίπρας, όπως όφειλε να κάνει, έδινε τον ρυθμό του αγώνα και δεν σταμάτησε να υπενθυμίζει, τόσο από το βήμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ όσο και από κάθε εκδήλωση κατά την προεκλογική περίοδο του Ιουνίου, ότι «έχουμε τη δυνατότητα να ανατρέψουμε το αποτέλεσμα (…) Αν οι πολίτες που ψήφισαν μικρότερα κόμματα αντιληφθούν το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών και αν εκείνοι που απείχαν (“και το έπραξαν για να τιμωρήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ”, όπως είπε) αντιληφθούν ότι η κυβέρνηση έλαβε το μήνυμά τους, τότε υπάρχει ένα εκατομμύριο ψηφοφόρων που θα κρίνουν το αποτέλεσμα. Και τότε μπορώ να πω κι εγώ το ρητό του Γαλιλαίου: “Κι όμως γυρίζει”»

Ένα παρόμοιο κλίμα ανατροπής, ή καλύτερα δυνατότητας ανατροπής, επιμονής στον αγώνα και στην εκλογική μάχη με ακούραστο τρόπο, επικρατούσε και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών όταν ο Νάσος Ηλιόπουλος κάλεσε στο βήμα τον Αλέξη Τσίπρα.

«Συντρόφισσες και σύντροφοι, φίλες και φίλοι,
Σας ευχαριστώ θερμά για την υποδοχή, για τον ενθουσιασμό, για την αισιοδοξία, για το πείσμα, με αυτό το πείσμα θα δώσουμε τον αγώνα, έναν αγώνα που θα είναι όπως όλοι οι αγώνες που έχουμε δώσει μέχρι τώρα. Όμορφος, ωραίος, δυνατός, λαμπερός, ένας αγώνας για τις αξίες, τις ιδέες μας και το πρόγραμμά μας. Ένας αγώνας για το αύριο αυτού του τόπου, για το μέλλον του ελληνικού λαού».

Και συνέχισε, υπενθυμίζοντας το μεγάλο επίτευγμα της διακυβέρνησής του.

«Όμως, θα ήθελα να ξεκινήσω την παρέμβασή μου λέγοντάς σας ότι είμαστε σήμερα εδώ, ενώπιόν σας, στην έναρξη της προεκλογικής περιόδου, έχοντας αυτήν την πολυτέλεια, για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια συμβαίνει αυτό στη χώρα μας, να συζητάμε για το δικό μας πρόγραμμα για την επόμενη τετραετία, για ένα πρόγραμμα που καλείται να το εγκρίνει ο ελληνικός λαός και να εφαρμοστεί την επόμενη μέρα και όχι για ένα πρόγραμμα που, ακόμα και αν το εγκρίνει ο ελληνικός λαός, θα πρέπει να το εγκρίνει η τρόικα. Και αυτό, πριν από λίγους μήνες, δεν ήταν αυτονόητο ότι θα συμβεί, αυτό συμβαίνει γιατί βγάλαμε τη χώρα από τα μνημόνια, βγάλαμε τη χώρα από την οκταετή μνημονιακή περιπέτεια, από την περιπέτεια αυτής της επιτροπείας, της σκληρής δημοσιονομικής επιτροπείας…»

Αναφερόμενος στη μεσαία τάξη, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ υπενθύμισε τους δύσκολους συμβιβασμούς που έκανε η κυβέρνηση, αλλά την ίδια στιγμή υπενθύμισε ότι πρώτος στόχος του ήταν να βγάλει στο ξέφωτο όλη την ελληνική κοινωνία και όχι μόνο μια μερίδα του πληθυσμού.

«Ο δρόμος δεν ήταν εύκολος, καθόλου εύκολος. Η ανηφόρα ήταν μεγάλη, τη θυμάστε, μεγάλη και δύσκολη. Και είχαμε μια ευθύνη και μια υποχρέωση: να φτάσουμε όλοι στο τέλος του δρόμου. Να βγούμε όλοι μαζί στο ξέφωτο. Κάποιοι, λοιπόν, έπρεπε να βοηθήσουν περισσότερο προκειμένου να μη μείνει κανείς πίσω στη διαδρομή, να μην έχουμε απώλειες! Αυτούς τους ανθρώπους, που έβαλαν πλάτη περισσότερο, τους καταλαβαίνω περισσότερο από καθετί, καταλαβαίνω την κόπωση, τον θυμό τους, τη δυσαρέσκειά τους. Τους καλώ, όμως, να αναλογιστούμε όλοι μαζί αν άξιζε τον κόπο αυτή η προσπάθεια. Αν άξιζε τον κόπο να μη μείνει κανείς μόνος και αβοήθητος στην κρίση. Αν άξιζε τον κόπο ή όχι να βγούμε από αυτήν την κρίση χωρίς απώλειες (…) Και γι’ αυτό, την ώρα που βρισκόμαστε μπροστά στο κρίσιμο διακύβευμα των επόμενων εκλογών, την ώρα που βρισκόμαστε μπροστά στο άλμα προς το μέλλον, όλες οι Ελληνίδες και όλοι οι Έλληνες βρισκόμαστε στην πραγματικότητα ενώπιον μιας ιστορικής απόφασης και αυτό είναι και το δίλημμα των εκλογών: ή θα κρατήσουμε την Ελλάδα στα χέρια μας ή θα τη δώσουμε πίσω σε αυτούς που μας χρεοκόπησαν. Και αυτή η απόφαση είναι απόφαση για τη ζωή μας. Για τις ζωές όλων των Ελλήνων και των Ελληνίδων (…) Η Αριστερά, ξέρετε, δεν έγινε κυβέρνηση για να επαναλάβει ό,τι έκαναν και οι άλλοι. Αναγκάστηκε να ακολουθήσει δύσκολα μονοπάτια, ακριβώς για να μην επαναλάβει ό,τι έκαναν οι άλλοι. Για να πετύχει εκεί που οι άλλοι απέτυχαν. Και πέτυχε, για αυτό και σήμερα είμαστε εδώ, εκτός μνημονίων, και σχεδιάζουμε το μέλλον. Τώρα, όμως, η Αριστερά δικαιούται να αποδείξει ότι ξέρει και μπορεί να κυβερνήσει διαφορετικά. Αυτή η χώρα πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων, αυτή η χώρα πρέπει να ξαναφτιαχτεί από την αρχή. Και θα την ξαναφτιάξουμε. Ενωμένοι και αποφασισμένοι. Τώρα, λοιπόν, αποφασίζουμε για τη ζωή μας. Τώρα αποφασίζουμε για το μέλλον μας. Και θα αποφασίσουμε όλοι μαζί να προχωρήσουμε μπροστά. Να προχωρήσουμε στο μέλλον. Να μη γυρίσουμε πίσω. Να μη γυρίσει η Ελλάδα πίσω στα δύσκολα χρόνια των μνημονίων. Να προχωρήσουμε μπροστά, όχι για να διατηρήσουμε τα πάντα, αλλά για να τα αλλάξουμε όλα.
Σας ευχαριστώ θερμά. Καλή δύναμη και καλούς αγώνες».

Από τα αποσπάσματα που παραθέσαμε θα μείνουμε σε δύο σημεία: Πρώτον, ο απολογισμός του Αλέξη Τσίπρα απέναντι στη μεσαία τάξη. Και δεν αναφερόμαστε στη μεσαία τάξη με όρους γενικούς και αφηρημένους, όπως έκαναν πολλοί δημοσιογράφοι και μη κατά την προεκλογική περίοδο. Αναφερόμαστε στην τάξη των μεσαίων και μικρών επιχειρηματιών και των ελεύθερων επαγγελματιών, σε αυτήν δηλαδή την κοινωνική ομάδα που, από τη λιτότητα του 1985 και από τις αρχές του 1990, όπως έχουμε πει, κρίνει με τη στάση της το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αισθάνθηκε, από ό,τι φαίνεται, την ανάγκη να δικαιολογήσει τη λεγόμενη «υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης» ως μια θυσία για τη σωτηρία των κατώτερων στρωμάτων. Σε άλλες ομιλίες αναφερόταν στον μικρό αδύναμο αδερφό που χρειαζόταν βοήθεια για να ακολουθήσει το κοπάδι. Με αυτόν τον τρόπο, δικαιολογούσε τη συγκέντρωση της κυβερνητικής ελαφρυντικής πολιτικής στα κατώτερα στρώματα.

Ο Σταύρος Λυγερός, σε άρθρο του στον προσωπικό του ιστότοπο, αναφέρεται στην αρνητική ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, το οικονομικό επιτελείο έκανε μια επιλογή: άφησε ανέγγιχτο το μεγάλο κεφάλαιο και υπερφορολόγησε τη μεσαία τάξη για να χρηματοδοτήσει την επιδοματική πολιτική στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, υπό το βάρος-δέσμευση, φυσικά, των πλεονασμάτων του 3,5%. Το 23%, λοιπόν, που διατήρησε ο ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές «οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι με την επιδοματική πολιτική του οικοδόμησε προνομιακούς εκλογικούς δεσμούς με φτωχότερα στρώματα». Αυτό το τελευταίο μάς δίνει τη δυνατότητα να αναλύσουμε τη δεξαμενή του κόμματος της Κουμουνδούρου.

Σε ένα άλλο άρθρο του , ο ίδιος συντάκτης, μας αναλύει αυτήν τη διπλή δεξαμενή του ΣΥΡΙΖΑ. Από τη μία στέκονται οι αντιδεξιοί ψηφοφόροι κεντροαριστερών αντιλήψεων. Αυτοί, προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ, είχαν βρεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ ήδη από το 2012 και, παρά την υπογραφή του μνημονίου, παρέμειναν σε αυτόν, καθώς το παλιό ΠΑΣΟΚ, ως Κίνημα Αλλαγής πια, παρέμενε απωθητικό για αυτούς. Παρά, λοιπόν, τη δυσανασχέτησή τους για τη μέχρι πρότινος οικονομική πολιτική του Αλέξη Τσίπρα, είδαν με θετικό μάτι την έξοδο από τα μνημόνια και ανέπτυξαν ελπίδες ότι τα πράγματα μπορούσαν να βελτιωθούν. Αυτή η μερίδα των ψηφοφόρων βρίσκεται, σύμφωνα με τον συντάκτη, «σε κατάσταση εκλογικού μετεωρισμού», βοηθώντας την ίδια στιγμή, ωστόσο, εκ των πραγμάτων τον ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει στο παιχνίδι.

Από την άλλη, πέρα από το αντιδεξιό μέτωπο, πίσω από τον Αλέξη Τσίπρα έχουν συστρατευθεί και ψηφοφόροι κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, που αποτέλεσαν και τους κύριους δέκτες της επιδοματικής πολιτικής του.

Σύμφωνα και με τα λόγια του Σταύρου Λυγερού, αυτή η στρατηγική οικονομικής ενίσχυσης των αδύναμων «ταιριάζει με το ιδεολογικό στερεότυπο του ΣΥΡΙΖΑ περί ταξικότητας». Αυτό αποτελούσε, εξάλλου, και το ρεαλιστικό ιδεολογικό άλλοθι του κόμματος και των στελεχών του. Δηλαδή, η στήριξη των αδύναμων επιβεβαίωνε ότι ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν το μνημόνιο, λόγω των διεθνών συσχετισμών και της κατάστασης που παρέλαβαν, και ότι, παρά τις δύσκολες συνθήκες, φρόντιζαν τους φτωχότερους.

Γνώριζε την ίδια στιγμή, όμως, ότι οι εκλογές δεν κερδίζονται μόνο με τους αντιδεξιούς και τα φτωχότερα στρώματα. Η δεξαμενή του ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να εμπλουτιστεί με πιο πολλές κοινωνικές ομάδες και κυρίως έπρεπε να αποκατασταθεί η σχέση με τη μεσαία τάξη.

Οι δώδεκα δεσμεύσεις που παρουσίασε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών είχαν ακριβώς αυτό το πρόσημο: την αποκατάσταση της σχέσης με τα μεσαία στρώματα.
Πιο συγκεκριμένα, οι «Προγραμματικές Δεσμεύσεις 2019-2023» συμβόλιζαν τον τρόπο που ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε να «κατέβει» στις εκλογές: προγραμματικά. Επιθυμούσε μια προεκλογική περίοδο με έντονο προγραμματικό διάλογο, εξού και οι συνεχείς προσκλήσεις στον Κυριάκο Μητσοτάκη για debate, τονίζοντας τη σημασία της ελευθερίας των κινήσεων που επρόκειτο να έχει η επόμενη κυβέρνηση, λόγω της εξόδου από τα μνημόνια.

Η προεκλογική περίοδος των ευρωεκλογών ήταν αρκετά έντονη, με έντονες προσωπικές συγκρούσεις ανάμεσα στους δύο μεγάλους αντιπάλους που, πραγματικά, έριξαν το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου.

Στην προεκλογική περίοδο των εθνικών εκλογών, η έξοδος από τα μνημόνια πήρε άλλο πρόσημο. Το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ δεν έδινε πια τόσο μεγάλο βάρος στην «Ιθάκη» ως γεγονός, αλλά στήριξε την προεκλογική του επιχειρηματολογία στις νέες δυνατότητες που ανοίγονταν, λόγω αυτού του γεγονότος. Έδιναν, με άλλα λόγια, βαρύτητα στη δύναμη που είχε η ψήφος των Ελλήνων για το μέλλον, για αυτό και το σύνθημα των εκλογών ήταν ΤΩΡΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ.

Με την έξοδο από τα προγράμματα στήριξης, οι Έλληνες αποκτούσαν, ύστερα από πολύ καιρό, τη δυνατότητα να πάρουν πραγματικές αποφάσεις για τη ζωή τους. «Το δίλημμα είναι ποια Ελλάδα θέλουμε», δήλωνε σε κάθε προεκλογική ομιλία ο Αλέξης Τσίπρας. «Το κρίσιμο ερώτημα στις 7 του Ιουλίου είναι αν θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά όλοι μαζί ή να γυρίσουμε πίσω στα χρόνια του ΔΝΤ και του κυρίου Σαμαρά και ο καθένας να είναι μόνος του στην κρίση» .

Advertisement

Το δίλημμα, το διακύβευμα πια, που πρόβαλε ο Αλέξης Τσίπρας ήταν τελείως διαφορετικό, όπως είναι φανερό, από αυτό των εθνικών εκλογών του 2015. Τώρα πια, η κάθε πλευρά σχεδίαζε το μέλλον της χώρας, έκανε τον δικό της σχεδιασμό. Δεν υπήρχαν παρά ελάχιστες δεσμεύσεις στους εταίρους. Δεν θα υπήρχε διαπραγμάτευση, με αποτέλεσμα τα προγράμματα των δύο παρατάξεων να μπορούν να υλοποιηθούν «χωρίς την έγκριση από τους τεχνοκράτες». Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ταύτιζε την ατζέντα του Κυριάκου Μητσοτάκη με έναν μονόδρομο νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Πολύ λογικό, βέβαια, αφού καθ’ όλη την προεδρία του τελευταίου στη ΝΔ, ειδικά το τελευταίο διάστημα πριν από τις εκλογές, δεν έλειψαν δηλώσεις όπως «7ήμερη εργασία», «το 8ωρο είναι ξεπερασμένο», «οδοστρωτήρας των εργασιακών δικαιωμάτων» και πολλά άλλα, που έδιναν στον τότε πρωθυπουργό το δικαίωμα να κατηγορεί τον πρόεδρο της κεντροδεξιάς παράταξης ότι ετοιμάζει ένα νέο μνημόνιο σκληρής λιτότητας.

Ο Σπύρος Ραπανάκης, σε άρθρο του στην ΑΥΓΗ, εκφράζει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο αυτό ακριβώς το διλημματικό κλίμα που κληροδότησε η έξοδος από τα μνημόνια στην εκλογική αναμέτρηση του Ιουλίου. «Ισχύει, λοιπόν, το κλισέ των ιστορικών εκλογών στις 7 Ιουλίου; Θα το δείξει η ίδια η Ιστορία. Το σίγουρο είναι πως ό,τι βγάλουν οι κάλπες το απόγευμα της Κυριακής θα είναι πυξίδα για την επόμενη ημέρα, την επόμενη τετραετία, τις ζωές μας, τις επόμενες γενιές. Μπορεί ο λαός να πρωταγωνιστήσει σε ακόμα μία τεράστια ανατροπή; Η απάντηση θα δοθεί την Κυριακή. Καλό… βόλι -με σκέψη, ευθύνη, προοπτική» .

Συνεπώς, αυτή η προγραμματική σύγκρουση είχε, κυρίως, δύο μέτωπα: τη σκληρή νεοφιλελεύθερη δεξιά ατζέντα της ΝΔ, με την ανάπτυξη ως αυτοσκοπό, και το προοδευτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, «με τους πολλούς ξανά στο προσκήνιο». Αυτό το δίλημμα θέλησε να προβάλει ως στρατηγική ο ΣΥΡΙΖΑ. Πέρα από την ελευθερία κινήσεων και τις νέες δυνατότητες που ανοίγονταν, σημασία είχε και τι δρόμο, ποιες δυνατότητες ήθελε η ελληνική κοινωνία να ακολουθήσει.

Αυτή ήταν μια μεγάλη απόφαση, για αυτό, λοιπόν, ΤΩΡΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ.

Το δίλημμα, λοιπόν, που έθετε ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να εκφραστεί πολύ λαϊκά και σύντομα με το «Μπροστά ή πίσω», «Ξεπερνάμε τα μνημόνια ή πίσω σε αυτά». Αυτό είναι φανερό, εξάλλου, και από το κείμενό του σε ένα από τα προεκλογικά φυλλάδια του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

«Πέρασαν 10 χρόνια από τότε που η πατρίδα μας μπήκε στην περιπέτεια των μνημονίων. Η Ελλάδα άλλαξε, οι Ελληνίδες και οι Έλληνες δοκιμάστηκαν. Υπέφεραν πολλά. Γι’ αυτό και η δική μας αποστολή, από τον Σεπτέμβριο του 2015, ήταν να βάλουμε ένα τέλος σε αυτόν τον εθνικό και κοινωνικό κατήφορο. Με αυτήν την εντολή μάς δώσατε την ευθύνη της διακυβέρνησης. Αυτήν την εντολή τιμήσαμε. Η Ελλάδα τελείωσε οριστικά με τα μνημόνια. Πλέον μπορεί να ορίζει τις τύχες και το μέλλον της ξανά. Ελεύθερη και κυρίαρχη. Τώρα μπορούμε να οργανώσουμε το μέλλον μας. Τώρα είναι η στιγμή της μεγάλης αλλαγής. Η στιγμή που ξεκινά ένα νέο κεφάλαιο δημιουργίας για τη χώρα και τους ανθρώπους της. Τώρα μπορούμε να χτίσουμε την Ελλάδα που μας αξίζει. Για κάθε νέο και νέα, για κάθε εργαζόμενο, για κάθε επαγγελματία, για κάθε πολίτη αυτής της χώρας. Είναι η στιγμή της πιο μεγάλης απόφασης. Ανάμεσα στο μέλλον και την προοπτική ή την επιστροφή σε νέες περιπέτειες. Ανάμεσα στην Ελλάδα που πρωταγωνιστούν οι άνθρωποί της ή την Ελλάδα που επιστρέφει τα κλειδιά σε αυτούς που τη χρεοκόπησαν. Η απόφασή μας στις 7 Ιουλίου είναι απόφαση ζωής. Είναι μια απόφαση που πρέπει να πάρουμε όλοι μαζί, ενωμένοι. Χωρίς άλλους διχασμούς, μακριά από το μίσος, τον φανατισμό. Μπορούμε τώρα να επουλώσουμε τις οικονομικές πληγές της κρίσης και των μνημονίων. Οι κοινωνικές και ηθικές συνέπειές τους πρέπει να μείνουν πίσω μας τώρα, μια για πάντα. Και αυτή είναι η ευθύνη καθενός από μας ξεχωριστά. Γι’ αυτό και σας καλώ να κάνουμε μαζί πράξη αυτό το όραμα. Για μια ανάπτυξη για όλους και όλες. Για νέες δουλειές, με καλύτερους μισθούς για όλους και όλες. Για να νιώθουν όλοι και όλες ασφάλεια σε αυτόν τον τόπο. Για να φτιάξουμε ένα κράτος που δεν θα έχει έγνοια τον εαυτό του, αλλά όλους τους πολίτες. Για να προστατέψουμε μαζί το περιβάλλον και τον φυσικό πλούτο της πατρίδας μας. Για μας, για τις επόμενες γενιές, για όλους και όλες. Τώρα αποφασίζουμε για τη ζωή μας» . «Θα νικήσουμε, γιατί τώρα αποφασίζουμε για τη ζωή μας. Πρώτα η ζωή μας. Και η ζωή θα νικήσει και πάλι» .

Το κεντρικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία ήταν χωρισμένο σε πέντε ομάδες-πυλώνες: νέες ποιοτικές δουλειές με αυξημένους μισθούς, ανάπτυξη για όλους, αντιμετώπιση κλιματικής αλλαγής, δικαιότερη φορολογία, αλληλεγγύη και ασφάλεια για την κοινωνία και δημοκρατικό και αποτελεσματικό κράτος.

Ουσιαστικά, επρόκειτο για ολόκληρη τη συλλογιστική του Αλέξη Τσίπρα για την τετραετία που κυβέρνησε, αφού περιελάμβανε το τι παρέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, τι υλοποίησε και τι σχεδίαζε για το μέλλον. Ήταν μια από τις ενδείξεις της πολιτικής του ωρίμανσης. Τώρα πια ήξερε πώς κυβερνιέται ένα κράτος και ήξερε ακριβώς πώς έπρεπε να κινηθεί για να πετύχει τους στόχους του, για να κυβερνήσει καλά και προς το συμφέρον της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Ταυτόχρονα, ήξερε τι είδους κόμμα είχε ανάγκη η κοινωνία. Δεν είχε ανάγκη ένα κόμμα διαμαρτυρίας που απλά κυβερνά, αλλά έναν διαπαραταξιακό οργανισμό που θα βρισκόταν παντού και για τους πάντες.
Το πρόγραμμα κατέληγε σε δώδεκα δεσμεύσεις: 500.000 νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας την επόμενη τετραετία, ούτε μία ώρα απλήρωτη εργασία, αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 7,5% τόσο για το 2020 όσο και για το 2021, 10.000 μόνιμες προσλήψεις στην Υγεία και 15.000 στην Παιδεία, πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς για όλα τα παιδιά, «πράσινη» ανάπτυξη (την αύξηση στο 32% των ΑΠΕ στο συνολικό ενεργειακό μίγμα και την ενεργειακή εξοικονόμηση κατά 32,5% ως το 2030), διπλασιασμό των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων και αύξηση των εξαγωγών στο 50% του ΑΕΠ, μείωση της προκαταβολής φόρου για τις επιχειρήσεις στο 50%, μείωση του πρώτου κλιμακίου της φορολογίας εισοδήματος στο 20%, κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για εισόδημα ως 20.000 ευρώ, ψηφιοποίηση όλων των υπηρεσιών του Δημοσίου, θεσμοθέτηση του πολιτικού γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια.

Επίσης, είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε ότι το νέο σύμβολο του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, πέρα από τα γνωστά χρώματα όπως το πράσινο, το κόκκινο και το μοβ, είχε και μπλε και κίτρινο. Με αυτήν τη χρωματική προσθήκη, το επικοινωνιακό επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου επιχειρούσε να συμβολίσει το άνοιγμα στο φιλελεύθερο κέντρο. Αυτός ο πολυχρωματισμός του νέου συμβόλου, σαφέστατα πέρα από τον πρωτοφανή πλουραλισμό, συμβόλιζε αυτό που αργότερα ο Αλέξης Τσίπρας ονόμασε «δάνειο», το εύρος του ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ που ξεκινούσε από το φιλελεύθερο κέντρο και έφθανε ως την κομμουνιστική Αριστερά. Ειδικά ο χώρος της Κεντροαριστεράς και του παλιού ΠΑΣΟΚ αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος των αποδεκτών του προοδευτικού μηνύματος του Αλέξη Τσίπρα και αυτό λόγω της μεγάλης κληρονομιάς και της πολιτικής εμπειρίας που παρέλαβε το 2012.

Όπως αναφέραμε στην αρχή του βιβλίου, η σχέση του Αλέξη Τσίπρα με την Κεντροαριστερά είναι μια σχέση αναγκαιότητας και επιβίωσης για την επίτευξη προοδευτικών λύσεων σε Ελλάδα και Ευρώπη. Είναι, λοιπόν, εμφανές, ότι με έναν στους δέκα ψηφοφόρους του ΚΙΝΑΛ (περίπου 10%) να επιλέγουν τον ΣΥΡΙΖΑ και, την ίδια στιγμή, με την αδυναμία του κόμματος της Φώφης Γεννηματά να «επαναπατρίσει» το Κέντρο, οδηγώντας τη Χαριλάου Τρικούπη στην απόλυτη σμίκρυνση, ο Αλέξης Τσίπρας αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή της κεντροαριστεράς, του προοδευτικού και αντιδεξιού χώρου.

Η γνώση αυτής της κατάστασης, ώθησε τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ σε μια διαφορετική ρητορική, που στόχο είχε κυρίως τη διεύρυνση του κόμματος της Κουμουνδούρου προς την πιο κεντρώα μερίδα του εκλογικού σώματος. Αυτό έγινε με δύο τρόπους: από τη μία με μια αντιδεξιά ρητορική στα κύματα της τελευταίας πενταετίας του 1970 και της πρώτης δεκαετίας του 1980 και από την άλλη με τη σύνταξη ενός κυβερνητικού προγράμματος και χρονοδιαγράμματος με κύριους αποδέκτες τα μεσαία στρώματα.

Δυστυχώς, μόνο ο πρώτος τρόπος λειτούργησε θετικά για τον ΣΥΡΙΖΑ, χαρίζοντας του, μαζί με τα φτωχότερα στρώματα, 32% στις εθνικές εκλογές, παρουσιάζοντας, όμως, αύξηση-έκπληξη σε σχέση με τις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου 2019. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν φάνηκε να άγγιξε, στον βαθμό που ήταν αναγκαίο, τη μεσαία τάξη και έτσι το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα τερμάτισε δεύτερο, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία.

Η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, το Μακεδονικό (παρά το ότι έδωσε ξανά ιδεολογικό στίγμα στον ΣΥΡΙΖΑ), οι ατυχείς δηλώσεις και πράξεις στελεχών, η μη τήρηση των προγραμματικών δηλώσεων του 2015 και, για μια σημαντική μερίδα του κόσμου, η «ξαφνική» επιδοματική πολιτική λίγες μέρες πριν τις ευρωεκλογές, έστρεψαν το εκλογικό σώμα εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ στέλνοντάς τον στην αντιπολίτευση με ισχυρό, ωστόσο, ποσοστό. Αυτή ήταν η έκπληξη των εκλογών. Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία αυξήθηκε κατά σχεδόν εννιά μονάδες, φθάνοντας από το 23% των ευρωεκλογών στο 32% των εθνικών. Αυτό μόνο στρατηγική ήττα δεν ήταν!
Το αρκετά μεγάλο ποσοστό (32%) επιβεβαίωσε την επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα ως ηγετικές δυνάμεις στην Κεντροαριστερά-Αριστερά και ως αδιαμφισβήτητο αντίπαλο πόλο στη δεξιά. Το εσωτερικό σχέδιο της Προοδευτική Συμμαχίας είχε επιτευχθεί και έτσι, από ένα συγκυριακό κόμμα διαμαρτυρίας, ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε σε ένα κόμμα εξουσίας με αρκετά ευρύ ακροατήριο. Επόμενο βήμα ήταν η διεύρυνσή του πάνω σε αυτήν τη βάση.

«Οι πολίτες έκαναν την επιλογή τους. Η λαϊκή ετυμηγορία είναι για εμάς απόλυτα σεβαστή. Επικοινώνησα πριν από λίγο με τον Κυριάκο Μητσοτάκη για να τον συγχαρώ για την εκλογική του νίκη. Στη δημοκρατία, η εναλλαγή στη διακυβέρνηση δεν είναι ούτε παράδοξη ούτε αφύσικη εξέλιξη. Αποτελεί, θα έλεγα, την πεμπτουσία της Δημοκρατίας. Κι έτσι, εγώ θα σεβαστώ στην πράξη τη λαϊκή βούληση, δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση να επαναλάβω όσα έκανε ο προκάτοχός μου. Αύριο, θα υποδεχτώ τον κύριο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου για να παραδώσω το πρωθυπουργικό γραφείο, όπως αρμόζει σε μια Δημοκρατία με πολιτικό πολιτισμό. Θέλω από τα βάθη της ψυχής μου, να ευχαριστήσω όλα τα μέλη και όλους τους φίλους του ΣΥΡΙΖΑ που έδωσαν έναν πολύ δύσκολο αγώνα, σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, μιας και, για πρώτη φορά στον τόπο μας, είχαμε εθνικές εκλογές αμέσως μετά τις ευρωεκλογές και έγιναν με τόσο συντριπτική παράσταση νίκης υπέρ των αντιπάλων μας, γεγονός που έκανε εξαιρετικά δύσκολο αυτόν τον αγώνα, αλλά ταυτόχρονα και τόσο γενναίο για όλους και όλες όσοι τον δώσαμε με πίστη και αποφασιστικότητα. Εύχομαι και ελπίζω, η επάνοδος της ΝΔ στη διακυβέρνηση του τόπου να μη γίνει αφορμή ρεβανσισμού και εκδικητικότητας, ιδίως απέναντι σε σημαντικές κατακτήσεις προστασίας της κοινωνικής πλειοψηφίας και των εργαζομένων. Ο ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, θα είναι εδώ, ισχυρός, από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ώστε αυτό να αγωνιστεί και να το αποτρέψει. Πριν από 4,5 χρόνια αναλάβαμε τη διακυβέρνηση, σε μια οριακή στιγμή για τον τόπο μας. Με άγνοια κινδύνου ενδεχομένως, αλλά με μεγάλη πίστη στις δυνάμεις του λαού μας. Πολεμήσαμε και καταφέραμε πολλά, πάντα με το κεφάλι ψηλά, και σήμερα, πάλι με το κεφάλι ψηλά, αποδεχόμαστε τη λαϊκή ετυμηγορία. Με το κεφάλι ψηλά, γιατί ξέρουμε ότι η Ελλάδα που παραδίδουμε στη νέα κυβέρνηση δεν έχει καμιά σχέση με την Ελλάδα που παραλάβαμε. Πριν από 4,5 χρόνια, παραλάβαμε μια χώρα στο έλεος της χρεοκοπίας, με άδεια δημόσια ταμεία, με 28% ανεργία και μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε συνθήκες φτωχοποίησης και κρίσης. Σήμερα, παραδίδουμε μια χώρα ελεύθερη ξανά, με 37 δις στα ταμεία του κράτους, με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με το χαμηλότερο ιστορικά επιτόκιο δανεισμού και με ανακτημένο το κύρος και την αξιοπιστία της σε διεθνές επίπεδο.

Για να φέρουμε τη χώρα ως εδώ πήραμε δύσκολες αποφάσεις και αναλάβαμε βαρύ πολιτικό κόστος, το οποίο και σήμερα πληρώνουμε, αφού η εκλογική επικράτηση της ΝΔ είναι καθαρή. Το εκλογικό αποτέλεσμα, ωστόσο, μόνο στρατηγική ήττα δεν είναι για τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως πολλοί επεδίωξαν και πολέμησαν για να συμβεί. Θα δουλέψουμε, δε, σκληρά και με πείσμα το επόμενο διάστημα, ώστε αυτή η εκλογική ήττα, να αποδειχθεί και πρόσκαιρη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, πριν 4,5 χρόνια, από ένα κόμμα διαμαρτυρίας του 4% ανέλαβε κυβερνητικές ευθύνες στην πιο δύσκολη στιγμή της μεταπολιτευτικής ιστορίας του τόπου μας. Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι το 2015 λάβαμε ένα δάνειο από τους δημοκρατικούς και προοδευτικούς πολίτες της πατρίδας μας, που μας έδωσαν ένα ποσοστό 35%, και μας έφεραν στην κυβέρνηση, με εντολή να σταματήσουμε την καταστροφική πορεία της λιτότητας και των μνημονίων. Πιστεύω ότι αξιοποιήσαμε αυτό το δάνειο, παρά τα οποία λάθη και τις παραλήψεις μας, γιατί πετύχαμε τον βασικό μας στόχο, να βγάλουμε τη χώρα από το καθεστώς της επιτροπείας. Ωστόσο, οφείλω να παραδεχτώ ότι απασχολημένοι ολοκληρωτικά σχεδόν στον μεγάλο και δύσκολο αυτό στόχο, απορροφημένοι εξ ολοκλήρου στα κυβερνητικά μας καθήκοντα και στις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε, δεν μπορέσαμε ταυτόχρονα να αλλάξουμε και να μεγαλώσουμε το κόμμα μας. Να κάνουμε τους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που μας εμπιστεύθηκαν με την ψήφο τους από συνοδοιπόρους, συμμέτοχους στην προσπάθειά μας. Και ίσως αυτό να είναι μια από τις βασικές αιτίες του σημερινού εκλογικού αποτελέσματος.
Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος αυτών των πολιτών, πολύ πιο συνειδητά αυτή τη φορά, μας δείχνει εκ νέου την εμπιστοσύνη του, και ένα μεγάλο ποσοστό, μόλις 4 μονάδες κάτω από το ποσοστό του εκλογικού μας θριάμβου του 2015, κοντά στο 32%, που μας καθιστά τη μεγάλη δύναμη της δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης στον τόπο μας. Αυτήν τη φορά, όμως, δεν είναι δάνειο, αλλά εντολή μετασχηματισμού μας, με γοργά βήματα, από ένα κόμμα με τεράστια αναντιστοιχία μελών και ψηφοφόρων, σε μια μεγάλη παράταξη, σε ένα σύγχρονο και μαζικό αριστερό προοδευτικό κίνημα, με βαθιές ρίζες και ισχυρούς δεσμούς στον εργαζόμενο λαό και την κοινωνία. Αυτούς τους δεσμούς θα σφυρηλατήσουμε το επόμενο διάστημα από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Θα δώσω όλες μου τις δυνάμεις, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ και η Προοδευτική Συμμαχία να μετασχηματιστούν σε μια μεγάλη προοδευτική δημοκρατική παράταξη, με ευθύνη για το παρόν και το μέλλον του τόπου. Θέλω να διαβεβαιώσω τον ελληνικό λαό ότι, από τη θέση που μας όρισε η λαϊκή ετυμηγορία, από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θα είμαστε εδώ, παρόντες και παρούσες, για να προστατεύσουμε τα συμφέροντα των ανθρώπων του μόχθου και της δημιουργίας.

Θα ασκήσουμε υπεύθυνη, αλλά ταυτόχρονα και δυναμική αντιπολίτευση υπεράσπισης των μεγάλων κατακτήσεων του λαού μας τα τελευταία χρόνια. Υπεράσπισης των δικαιωμάτων και της φωνής των αδυνάμων, υπεράσπισης των αξιών μας. Και ταυτόχρονα, θα προετοιμαστούμε ώστε πιο ώριμοι, με μεγαλύτερη εμπειρία και δύναμη, να επιστρέψουμε σε θέσεις κυβερνητικής ευθύνης, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου.

Σήμερα, κλείνει για εμάς, για μένα, για τον ΣΥΡΙΖΑ ένας μεγάλος και δύσκολος κύκλος. Θα αποτιμήσουμε συλλογικά και με νηφαλιότητα και τα σωστά και τα λάθη που κάναμε. Και δεν θα αρνηθούμε και δεν θα αρνηθώ και προσωπικά, όπως έκανα πάντα, να αναλάβω τις ευθύνες που μου αναλογούν. Όχι, όμως, για να κοιτάμε διαρκώς στο χθες, αλλά για να κοιτάξουμε μπροστά, στο αύριο. Και με τις απαραίτητες τομές, όπου χρειάζονται, να προχωρήσουμε με μεγαλύτερη δύναμη.

Στη ζωή μου και στην πολιτική μου διαδρομή έχω μάθει να αγωνίζομαι και να παλεύω. Όποιος δεν αγωνίζεται, δεν κάνει λάθη. Όποιος αγωνίζεται, ξέρει και να κερδίζει και να χάνει. Κυρίως, όμως, μαθαίνει, όταν πέφτει, να σηκώνεται και να συνεχίζει να μάχεται. Αυτό θα κάνω, αυτό θα κάνουμε από εδώ και στο εξής, από αύριο θα είμαστε εδώ, πιο έμπειροι και πιο δυνατοί για να συνεχίσουμε αυτόν τον όμορφο αγώνα. Σας ευχαριστώ θερμά».

Ας ρίξουμε μια ματιά τώρα, στα κοινωνικά χαρακτηριστικά της ψήφου. Σύμφωνα με στοιχεία της εφημερίδας ΑΥΓΗ , σε σχέση με τις ευρωεκλογές, η εντυπωσιακότερη μεταστροφή στην εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ συνέβη στην ηλικιακή ομάδα 17-31 ετών και στην ομάδα των γυναικών. Από τη μία, στην πρώτη ομάδα, το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα συγκέντρωσε ποσοστό 37%, παρουσιάζοντας αύξηση 15 μονάδων σε σχέση με τον Μάιο. Το φαινόμενο της εκλογικής επιστροφής φαίνεται να επηρέασε και τις ηλικίες 55-61 ετών, στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε επίσης 37%, παρουσιάζοντας αύξηση επίσης 15 μονάδων. Η τελευταία ηλικιακή ομάδα ταυτίζεται, θα μπορούσαμε να πούμε, με την εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η Προοδευτική Συμμαχία με το αντιδεξιό της πρόσημο πέτυχε τον σκοπό της. Από την άλλη, αντίστοιχα στις γυναίκες, το ποσοστό του αυξήθηκε κατά έντεκα μονάδες, μεταπηδώντας από το 25% στο 36%.

Όσον αφορά την ψήφο των Ελλήνων με βάση την απασχόληση, αρχικά είναι πολύ σημαντικό να πούμε ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσίασαν μια πολύ μεγάλη συσπείρωση αυξάνοντας τα ποσοστά τους σχεδόν σε κάθε κοινωνική ομάδα εργασίας.

Ξεκινώντας από τους αγρότες, μπορεί το κόμμα της Κουμουνδούρου να παρέμεινε αρκετά πίσω από τη Νέα Δημοκρατία, παρουσίασε, ωστόσο, αύξηση περίπου στις οκτώ μονάδες σε σχέση με τις ευρωεκλογές του Μαΐου (από 18% σε 26%). Στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, η αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε τη μερική αποκατάσταση της σχέσης του κόμματος της νυν αξιωματικής αντιπολίτευσης με τη μεσαία τάξη. Παρά το ότι δεν τερμάτισε πρώτος, ενίσχυσε τις δυνάμεις του και αύξησε τα ποσοστά του κατά 7 μονάδες (από 20% που πέτυχε στις ευρωεκλογές σε 27%) στους ελεύθερους επαγγελματίες και κατά 9 μονάδες στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (από 21% που πέτυχε στις ευρωεκλογές, σε 30%). Στους μισθωτούς του Δημοσίου, το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα ανήλθε ξανά στα ποσοστά του 2015, περνώντας μπροστά από τη ΝΔ και σημειώνοντας ποσοστό 37%, με αύξηση σε σχέση με τις ευρωεκλογές της κλίμακας των 11 μονάδων, κάτι που θυμίζει αρκετά την παραδοσιακή εικόνα του ΠΑΣΟΚ στα μέσα της δεκαετίας του 1980.
Την ίδια στιγμή, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία πέτυχαν εκπληκτική άνοδο στα ποσοστά τους στην κοινωνική ομάδα των ανέργων, στον προνομιακό τους χώρο. Η επιδοματική πολιτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ενίσχυσε τη θέση του κόμματος στα πιο φτωχά στρώματα, όπως έχουμε ήδη τονίσει, και αυτό επιβεβαιώθηκε από την άνοδο 13 μονάδων και από το 42% που πέτυχε το κόμμα της Κουμουνδούρου στη συγκεκριμένη ομάδα στις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου. Το ίδιο συνέβη και στους φοιτητές, όπου τα ποσοστά υποστήριξης προς την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα σημείωσαν αύξηση 17 μονάδων και έφθασαν στο 39%. Είναι περιττό, νομίζω, να πούμε ότι, σε αυτές τις κατηγορίες, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε πρωτιά, ανατρέποντας το αρνητικό κλίμα των ευρωεκλογών.

Τέλος στις νοικοκυρές πέτυχε 32%, παρουσιάζοντας αύξηση πέντε μονάδων, ενώ στους συνταξιούχους σημείωσε αύξηση 3 μονάδων και 25%, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο ομάδες.

Ο Παναγιώτης Κουστένης τελειώνει το άρθρο του, από το οποίο προέρχονται αυτά τα στοιχεία, αναφέροντας ότι «σε κάθε περίπτωση, η αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ και η επαναφορά του σε αρκετές περιπτώσεις στην εικόνα των εκλογικών δυνάμεων του 2015 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εντυπωσιακή για τα δεδομένα του πολιτικού πλαισίου των εκλογών, αλλά και για εκείνα ενός κόμματος με τόσο απότομη άνοδο στην εξουσία. Σε μία πρώτη φάση, δύο βασικά στοιχήματα των βουλευτικών εκλογών φαίνονται κερδισμένα, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε αφενός να μειώσει τη διαφορά από τη Ν.Δ. και αφετέρου να βελτιώσει τον συσχετισμό των δυνάμεών του ως προς το ΚΙΝΑΛ. Γεγονός που τον διατηρεί σε προνομιακή θέση στον αγώνα για την κυριαρχία στον χώρο της κεντροαριστεράς» . Ο συντάκτης του άρθρου, ωστόσο, διαπιστώνει ότι η χαμηλή ιδεολογική γειτνίαση που εξακολουθεί να καταγράφει ο ΣΥΡΙΖΑ στους ψηφοφόρους του (50%-60% σε όλες τις αναμετρήσεις από το 2012) και η σημαντική μεταβλητότητα που εμφάνισε στις αναμετρήσεις του 2019 αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης κατά πόσο το εκλογικό αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε αντιστοιχία με την κοινωνική του επιρροή

Την κατάσταση αυτή αντιλήφθηκε ο Αλέξης Τσίπρας. Κατάλαβε ότι δεν είναι δυνατόν να επιθυμεί να κυριαρχήσει στον δημοκρατικό και προοδευτικό πολιτικό χώρο και την ίδια στιγμή μόνο το 3% των ψηφοφόρων του να είναι μέλη του κόμματός του. Ούτε φυσικά είναι δυνατόν μέσα σε αυτό το κλίμα να συντονίζει μια παράταξη που έχει μείνει ακόμη στη λογική και στην πρακτική του 2006 και του 2007, που ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμη στο 4%. Το μέλλον της δημοκρατικής παράταξης, το μέλλον που αυτός ονειρευόταν για τον προοδευτικό και αντιδεξιό πολιτικό πόλο είχε ως προαπαιτούμενο τον μετασχηματισμό και τον συγχρονισμό του κόμματος με τον ρυθμό της κοινωνίας και του εκλογικού σώματος. Σε αυτήν την πορεία, σε αυτό το μέλλον, η Προοδευτική Συμμαχία θα έπαιζε τον καθοριστικό ρόλο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Το βιοπολιτικό κέντρο, η κεντρώα συναίνεση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Γίνεται πολλές φορές λόγος για το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ, για τα στελέχη αλλά και για τον ίδιο τον Κώστα Σημίτη. Πολλές φορές, πολλοί τον συνδέουν (χωρίς να εξαιρείται ο γράφων) με την νέα, υπό διαμόρφωση, πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας, των στελεχών δηλαδή του κόμματος που πρόσκεινται στον Πρόεδρο του και Πρωθυπουργό, […]

Κάνε εγγραφή