Αδυνατίζοντας το δημόσιο χρέος;

 Τις τελευταίες μέρες έχουμε τις επίσημες ανακοινώσεις της κυβέρνησης για το πρωτογενές έλλειμα του προϋπολογισμού για το 2020, το οποίο με τις υπάρχουσες προβλέψεις για διψήφια ύφεση, θα κυμανθεί στο 10% ως προς το ΑΕΠ της χώρας. Αν σκέφτεστε ποια είναι η διαφορά του πρωτογενούς και του δευτερογενούς ελλείμματος, θα ήθελα να σας εξηγήσω απλά ότι στο πρώτο αναφερόμαστε στις λειτουργικές δαπάνες της κεντρικής κυβέρνησης- έσοδα μείον έξοδα- ενώ στο δευτερογενές έλλειμμα προσθέτουμε τα έξοδα που πραγματοποιούνται για την αποπληρωμή των τόκων. Έχουμε να δούμε τόσο υψηλό έλλειμμα από τα τέλη του 2000 και προβλέπεται εκτόξευση του δημόσιου χρέους πέραν του 200% του ΑΕΠ. Υπάρχει όμως, αληθινός λόγος ανησυχίας;

 Η παρούσα συντηρητική κυβέρνηση φαίνεται, σωστά κατά την προσωπική μου εκτίμηση, να αδιαφορεί για το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος, χωρίς να δεσμεύεται από τις παλιότερες αποφάσεις του Eurogroup για πρωτογενή πλεονάσματα. Βέβαια, πρέπει να παραδεχτούμε, ότι όλες οι κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας ανεξαρτήτως ιδεολογικής βάσης στόχευαν στην πραγματοποίηση όσο γίνεται υψηλότερων ελλειμμάτων- χαμηλότερων πλεονασμάτων, σε αντίθεση με το ιδεολογικό χάος που παρουσιάζουν οι Ρεπουμπλικάνοι στις ΗΠΑ, οι οποίοι όταν αντιπολιτεύονται απαιτούν λιτότητα, ενώ όταν διοικούν πραγματοποιούν υπέρογκα ελλείμματα.

 Η ίδια ασυνέπεια, ευτυχώς, δεν παρουσιάζεται στον ακαδημαϊκό χώρο. Ο Kenneth Rogoff υπήρξε υποστηρικτής της ευρωπαϊκής λιτότητας, όμως στη συγκεκριμένη κρίση και ερωτηθέν για το χρέος δήλωσε ότι βιώνουμε μια κατάσταση παρόμοια μ’ έναν πόλεμο και πρέπει να ασχοληθούμε πώς θα νικήσουμε αυτόν τον πόλεμο, παρά πώς θα τον ξεπληρώσουμε στο μέλλον. Φυσικά, ο Rogoff όπως και άλλοι μονεταριστές οικονομολόγοι πιστεύουν ότι υπάρχει ένα όριο στο δημόσιο χρέος, το οποίο ο ίδιος με την Carmen Reinhart θεωρεί ότι είναι κοντά στο 90% του ΑΕΠ.

 Η πρωτόγνωρη ύφεση που προκάλεσε η πανδημία, βρίσκει ναι μεν την παγκόσμια οικονομία πιο ευάλωτη από ποτέ άλλοτε αναφορικά με το χρέος, αλλά την Ελλάδα σε πολύ καλύτερη θέση, ειδικά σε σχέση με το 2010. Τότε το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας, ανήκε σε ξένους επενδυτές και είχε εκδοθεί με επιτόκια κοντά στο 5%, σήμερα όμως το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας ανήκει σε επίσημους ευρωπαϊκούς θεσμούς, κυρίως στον ESM, έχει μέση χρονική διάρκεια αποπληρωμής τα 30 χρόνια και το επιτόκιο είναι κοντά στο 1,5%. Η συγκεκριμένη κατάσταση, μας δείχνει απλά ότι το δημόσιο χρέος μας σήμερα είναι πολύ πιο ασφαλές απ’ ότι ήταν 10 χρόνια πριν.

 Ωστόσο, η κρίσιμη ερώτηση που τίθεται από πολλούς είναι αν θα καταφέρει το χρέος μας να είναι βιώσιμο στο μέλλον. Η περίφημη άποψη του Olivier Blanchard είναι ότι το δημόσιο χρέος μιας χώρας μπορεί να καταστεί βιώσιμο, χωρίς τη χρήση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, αν τα επιτόκια δανεισμού του χρέους είναι χαμηλότερα από το ετήσιο επίπεδο οικονομικής μεγέθυνσης. Αναμφίβολα, μια ύφεση της τάξεως του 10% θα απαιτούσε επιτόκια στο -10,1% για να μπορέσει να μειωθεί το χρέος σήμερα, αλλά δεδομένου ότι υπήρξε έκδοση 10ετούς ομολόγου με επιτόκιο 0,7%, τότε το χρέος μπορεί να μειωθεί στην επόμενη δεκαετία και με το ισχνό 1%.

 Οι συνθήκες, δυστυχώς, αλλάζουν πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε και δεν είναι απίθανο το ελληνικό δημόσιο να χάσει την αξιοπιστία του και οι πιστωτές του να ζητούν όλο και υψηλότερα επιτόκια. Οικονομολόγοι του ΔΝΤ έδειξαν ότι όσο υψηλότερο είναι το δημόσιο χρέος μιας χώρας, τόσο λιγότερο διαρκεί η ευνοϊκή ανισότητα κατά Blanchard. Το δημόσιο χρέος μας είναι εδώ και πολλά χρόνια το δεύτερο υψηλότερο διεθνώς ως προς το ΑΕΠ, πίσω μονάχα από την Ιαπωνία και ίσως είναι λογική η απορία αν θα καταφέρουν τα ελληνικά επιτόκια να μείνουν τόσο χαμηλά.

Advertisement

 Στο συγκεκριμένο, δύσκολο ερώτημα, η απάντηση έρχεται από τη Φρανκφούρτη και τις Βρυξέλλες. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει δεσμευτεί ότι θα κάνει τα πάντα για να σώσει το ευρώ και τον τελευταίο χρόνο η συνολική προσφορά ρευστότητας από την ΕΚΤ ξεπερνάει τα €1,3τρις και με την Ελλάδα πλέον να έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης η ΕΚΤ θα μπορεί να πιέσει τις αποδόσεις των κρατικών μας ομολόγων ακόμα πιο χαμηλά. Ταυτόχρονα, το πρόγραμμα Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών (Outright Monetary Transactions) που αποφάσισε η ΕΚΤ το 2012 ορίζει πως θα αγοράσει όλο το χρέος μιας χώρας στη δευτερογενή αγορά, αν τα επιτόκια δανεισμού ανέβουν σε μη-βιώσιμα επίπεδα. Επομένως, η ΕΚΤ έχει κάνει ξεκάθαρο ότι θα ακολουθήσει συστηματικά μια πολιτική για να διατηρήσει χαμηλά τα επιτόκια και ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να ευνοηθεί από αυτή τη νέα εποχή.

 Η απάντηση των Βρυξελλών έρχεται μέσα από το νέο πακέτο Next Generation EU, το οποίο αθροιστικά με τις επιχορηγήσεις και τα δάνεια αγγίζει τα €750δις. Το συγκεκριμένο πακέτο βοηθάει άμεσα την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής στην Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει τη αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους της ΕΕ. Ένα ενιαίο ευρωπαϊκό χρέος θα μπορεί να διατηρεί σε χαμηλά επίπεδα τα επιτόκια δανεισμού των χωρών, ενώ την ίδια στιγμή θα προσφέρεται για συγκεκριμένα επενδυτικά προγράμματα.

 Πέρα από το νέο αυτό πακέτο, θεωρώ πως ήταν ιδιαιτέρως σημαντική η απόφαση της αναστολής των δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάκαμψης. Η παρουσία των συγκεκριμένων υπέρογκων ελλειμμάτων, όπως αυτό της χώρας μας, είναι απόρροια της συγκεκριμένης αναθεώρησης την δημοσιονομικών κανόνων με στόχο την ενεργοποίηση της συνολικής ζήτησης της οικονομίας μέσω των επεκτατικών δημοσιονομικών πολιτικών. Η πιο πρόσφατη άποψη του Olivier Blanchard αναφορικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες, πρεσβεύει την αντικατάστασή τους με δημοσιονομικές προδιαγραφές, οι οποίες θα πραγματοποιούνται από έναν ανεξάρτητο ελεγκτικό οργανισμό.

 Η άρση των κανόνων έχει οριστεί μέχρι το πέρας του 2021, αλλά από εκεί και πέρα τι κάνουμε με το χρέος και τη δημοσιονομική πολιτική; Ακόμα και οι πιο συντηρητικοί Έλληνες οικονομολόγοι, πιστεύουν πως η παύση των επεκτατικών δημοσιονομικών πολιτικών θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για το δημόσιο χρέος, αλλά υπάρχουν ακόμα πολλές φωνές εντός της Ένωσης που ζητούν να παραμείνουν οι δημοσιονομικοί κανόνες μετά το 2021. Είναι άγνωστο ακόμα, ποια δύναμη θα καταφέρει να υπερισχύσει αναφορικά με τη βιωσιμότητα του χρέους και τους δημοσιονομικούς κανόνες.

 Για εμένα, το συγκεκριμένο δίλημμα μείωσης του δημόσιου χρέους ανάγεται άμεσα με ένα δίλημμα δίαιτας που αντιμετωπίζουμε καθημερινά. Η δημοσιονομική πολιτική, όπως η άσκηση και οι καύσεις ενός οργανισμού είναι ο τρόπος με τον οποίον μπορούμε να συρρικνώσουμε το βάρος μας ή στην περίπτωση ενός κράτους το χρέος. Είναι ανόητο να πιστεύουμε ότι μπορούμε να ορίσουμε ένα άριστο επίπεδο βάρους για έναν άνθρωπο, χωρίς ειδικές προδιαγραφές, κι αντίστοιχα να ορίζουμε σχεδόν αυθαίρετα ένα 60% για το δημόσιο χρέος.  Η απάντηση στο «αδυνάτισμα» του δημόσιου χρέους έχει να κάνει με το σωστό συγχρονισμό, όπου η λιτότητα εφαρμόζεται σε περιόδους ανάκαμψης και φυσικά τη στήριξη που λαμβάνει από τις παραγωγικές δημοσιονομικές πολιτικές. Ένα είναι σίγουρο, αν θέλουμε η δίαιτα του χρέους μας να πετύχει, δεν πρέπει να φοβηθούμε την παρούσα αύξηση και ταυτόχρονα δεν πρέπει να σταματήσουμε τη δημοσιονομική επέκταση, αν αποτύχουμε τώρα θεωρώ πως δε θα έχουμε άλλη εξίσου ευνοϊκή ευκαιρία για ανασυγκρότηση.  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Το εμβόλιο του Πρύτανη και η αποτυχία του κεντρικού σχεδιασμού

Επειδή ακριβώς το ερώτημα "ποιοι θα εμβολιαστούν" δεν έχει μια μόνο σωστή απάντηση, θα πρέπει να απαντιέται από τον καθένα μας ξεχωριστά. Και ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι η εμπορική διάθεση του εμβολίου.

Κάνε εγγραφή