Διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης: Ώρα για δομική προοδευτική αλλαγή της Οικονομικής & Νομισματικής Ένωσης.

Νίκος Αλατάς

20 χρόνια συμπληρώνονται από την κυκλοφορία του Ευρώ & 30 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ που έθεσε τα θεμέλια της Οικονομικής & Νομισματικής Ένωσης (εφεξής ΟΝΕ).

Η ΟΝΕ, η Ευρωζώνη βίωσε τα τελευταία χρόνια ένα διάστημα ισχυρής οικονομικής, κοινωνικής & πολιτικής αστάθειας, που έθεσε σε κίνδυνο ακόμη & την ίδια της τη συνοχή. Οι βαθύτερες αιτίες της κρίσης |& της αναποτελεσματικής – προβληματικής διαχείρισής της εντοπίζονται μεταξύ άλλων στην ίδια την αρχιτεκτονική της και το αποτυχημένο μακροοικονομικό υπόδειγμα στο οποίο εδράζεται αυτή.

Είναι γνωστό ότι η ΟΝΕ δομήθηκε με βάση το μακροοικονομικό υπόδειγμα της «New Consensus», η οποία ενσαρκώνει την τελευταία πλήρη εκδοχή υποδείγματος της συμβατικής μακροοικονομικής θεωρίας. Αυτό το υπόδειγμα στο οποίο βασίστηκε η ΟΝΕ χαρακτηρίζεται από έλλειμμα ρεαλισμού επί των βασικών υποθέσεων του, αποτέλεσμα του προαναφερθέντος η αμφισβήτηση του αν και κατά πόσο οι προτάσεις πολιτικής του έχουν συμβολή στη διαμόρφωση συνθηκών διατηρήσιμης μακροοικονομικής σταθερότητας & μεγέθυνσης. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική & οικονομική κρίση, η συνεχιζόμενη θεσμική κρίση της ΟΝΕ, η αποτυχία των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής που έλαβαν σάρκα & οστά στην περιφέρεια της Γηραιάς Ηπείρου δίνουν στιβαρή επιβεβαίωση για τον βαθμό αποτυχίας της «New Consensus». Για να δούμε τις ΄΄αχίλλειες πτέρνες΄΄ της «New Consensus» που χαρακτηρίζουν την Ευρωζώνη και τόσο έχουν επηρεάσει τις ζωές μας.

Η «New Consensus» δεν δίδει σημαντική έμφαση στην πιθανότητα ύπαρξης πιστωτικών περιορισμών. Αυτό υποβαθμίζει την περίπτωση αδυναμίας χρηματοδότησης της κατανάλωσης & της επένδυσης & των συνεπειών που θα είχε το άνωθεν στην οικονομική μεγέθυνση. Το παραπάνω πηγάζει από την μη ρεαλιστική υπόθεση των efficient market hypothesis.

Η ύπαρξη ενός & μόνο επιτοκίου στη «New Consensus» προκαλεί αποκλεισμό ανάλυσης ζητημάτων ρίσκου & αβεβαιότητας.

Κατά την «New Consensus», η απόκλιση πραγματικού επιτοκίου αγοράς & «φυσικού» επιτοκίου  (κενό πραγματικού επιτοκίου) επιφέρει καθορισμό επί του εάν η νομισματική πολιτική είναι επεκτατική-πληθωριστική ή περιοριστική-αντιπληθωριστική. Όμως, το εγχείρημα προσδιορισμού του «φυσικού» επιτοκίου έχει δυσκολίες, αφού:

  1. Προϋποθέτει διαθεσιμότητα επαρκών στατιστικών στοιχείων που δεν υπόκεινται σε στατιστικού χαρακτήρα λάθη.
  2. Ως μέγεθος δεν είναι σταθερό αλλά μεταβαλλόμενο, δέχεται επιρροές από επενδύσεις – δημοσιονομική πολιτική – προσδοκίες.

Η ύπαρξη αβεβαιότητας περί το ύψος του «φυσικού» επιτοκίου καθιστά τον κανόνα Taylor μη κατάλληλο περί την επιλογή του τρέχοντος επιτοκίου από πλευράς κεντρικών τραπεζών. Οι μεταβολές επιτοκίου ασκούν μακροχρόνια επιρροή στην επένδυση. Άρα επηρεάζουν τον σχηματισμό κεφαλαιακού αποθέματος & την πλευρά της προσφοράς (δυνητικό προϊόν). Ακριβώς εδώ αμφισβητείται η υπόθεση περί την αποτελεσματικότητα της αντιπληθωριστικής νομισματικής πολιτικής.

Η ποσοτική εκτίμηση του δυνητικού ΑΕΠ & άρα του κενού παραγωγής (NAIRU) ενέχει προβλήματα, διότι:

  1. Η στατιστική εκτίμηση του δυνητικού ΑΕΠ γίνεται κατά βάσει στοιχείων προηγούμενων ετών που αναθεωρούνται σε συνεχή βάση.
  2. Η μέτρηση του κενού παραγωγής προϋποθέτει τέλεια πληροφόρηση της μακροχρόνιας τάσης του δυνητικού προϊόντος.
  3. Στο βαθμό που η «New Consensus» αποδέχεται τη βραχυχρόνια επίδραση του πραγματικού επιτοκίου στην επένδυση, τότε το επιτόκιο επιδρά στο μελλοντικό απόθεμα κεφαλαίου της οικονομίας άρα το δυνητικό ΑΕΠ.

Με βάση τα άνωθεν το κενό παραγωγής καθίσταται ένας ιδιαίτερα προβληματικός δείκτης εκτίμησης της κυκλικής θέσης της οικονομίας.

Με βάση το γεγονός ότι το NAIRU & το «φυσικό επιτόκιο» είναι σε συνεχή μεταβολή μεγέθη, άρα δύσκολη η ποσοτική τους εκτίμηση, τότε:

  1. Αναδύεται ζήτημα ύπαρξης «φυσικού» μοντέλου της οικονομίας.
  2. Υφίσταται μη ευστάθεια της υπόθεσης των ορθολογικών προσδοκιών των οικονομικών δρώντων.
  3. Το ζήτημα της αξιοπιστίας της ασκούμενης πολιτικής, το πρόβλημα της χρονικής ασυνέπειας & άρα η ανάγκη θεσμικής ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών και της δέσμευσης τους σε έναν κανόνα χαρακτηρίζονται από στέρηση ρεαλισμού.

Οι οικονομολόγοι της «New Consensus» δίνουν ισχυρή την υποστήριξη τους στην στρατηγική πληθωρισμού-στόχου, όπου υφίσταται η πεποίθηση ότι συμβάλλει στη μείωση του πληθωρισμού & των οικονομικών διακυμάνσεων. Όμως:

  1. Προβαίνοντας σε μία σύγκριση επιδόσεων οικονομιών που έχουν προβεί σε εφαρμογή στρατηγικής πληθωρισμού-στόχου & εκείνων που δεν έχουν πράξει το ίδιο, διαφαίνεται ότι στις πρώτες η μείωση του πληθωρισμού οφείλεται στο γεγονός ότι είχαν συγκριτικά υψηλότερο πληθωρισμό.
  2. Δεν υφίσταται γραμμικότητα στη σχέση πληθωρισμού & μεγέθυνσης, εν ολίγοις ένας χαμηλός πληθωρισμός δεν οδηγεί πάντα σε μεγέθυνση.

Ακόμα, η υπόθεση ότι ο πληθωρισμός προσδιορίζεται μόνο από παράγοντες της ζήτησης ως αποτέλεσμα της αύξησης της προσφοράς χρήματος δέχεται στιβαρή αμφισβήτηση, διότι:

  1. Οι τιμές εξαρτώνται κυρίως από το κόστος παραγωγής & το ποσοστό κέρδους.
  2. Βραχυχρόνια, αύξηση του επιτοκίου δύναται να οδηγήσει σε αύξηση τιμών, εξαιτίας της αύξησης χρηματοοικονομικού κόστους των επιχειρήσεων.
  3. Μακροχρόνια, η αύξηση του επιτοκίου ενδέχεται να συμπιέσει τη ζήτηση & τον πληθωρισμό, αλλά ως συνέπεια της αναδιανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας & της συνεπαγόμενης ύφεσης. Οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να επιτύχουν μείωση πληθωρισμού, όμως αυτό θα έχει επιτευχθεί εξαιτίας της ύφεσης που θα έχουν προκαλέσει.

Μία εκ των θεμελιακών υποθέσεων των μακροοικονομικών της  «New Consensus», είναι ότι η δημοσιονομική πολιτική δεν αποτελεί αποτελεσματικού χαρακτήρα μέσο άσκησης σταθεροποιητικής πολιτικής. Για αυτό το λόγο, πρέπει να διεξάγεται αποφυγή ενεργούς αντικυκλικής χρήσης της (διακριτική μεταβολή δημοσίων δαπανών και φορολογίας).

Ο ρόλος της δημοσιονομικής πολιτικής πρέπει να υπακούει μόνο στο καθήκον της υποστήριξης της αντιπληθωριστικής προσπάθειας της νομισματικής πολιτικής. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα πρέπει να διεξάγεται προσαρμογή στις απαιτήσεις του οικονομικού κύκλου μέσω της λειτουργίας αυτόματων σταθεροποιητών.

Πάνω σε αυτή την θεμελιακή υπόθεση της των μακροοικονομικών της «νέας συναίνεσης» δομήθηκε η δημοσιονομική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης, μία μη ρεαλιστική υπόθεση που παρήγαγε την παρακάτω κριτική για την δημοσιονομική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης. Αρχικά, η υπόθεση ότι η δημοσιονομική πολιτική υπάρχει στην Ευρωζώνη για να εξυπηρετεί μόνο την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής είναι μη ρεαλιστική, διότι υιοθετεί την μη ρεαλιστική επίσης υπόθεση ότι μακροχρόνια οι οικονομίες της αγοράς δεν χαρακτηρίζονται από έλλειμμα ζήτησης, δηλαδή ότι η αποταμίευση είναι ίση με την επένδυση. Μόνον σε ένα τέτοιο πεδίο σκέψης έχουμε εφαρμογή:

  1. Υπόθεσης της πληθωριστικής επίπτωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
  2. Ιδέας περί του «παραγκωνισμού των επενδύσεων» (crowding-out effect).

Από εμπειρικά όμως στοιχεία προκύπτει ότι υφίσταται θετική σχέση μεταξύ δημοσιονομικής επέκτασης & εισοδήματος.

Η «New Consensus» έχει εστίαση στο ζήτημα της αντιπληθωριστικής αξιοπιστίας της δημοσιονομικής πολιτικής, αγνοώντας το ζήτημα της χρηματοδοτικής ανεξαρτησίας της. Ο «κίνδυνος» περί πληθωριστικής χρηματοδότησης των κρατικών ελλειμμάτων και μία κρίση φερεγγυότητας μπορεί να εκδηλωθεί μόνον στην περίπτωση όπου μία κυβέρνηση έχει προχωρήσει στην παραχώρηση του δικαιώματος έκδοσης χρήματος & όταν η κεντρική τράπεζα δεν έχει ρόλο δανειστή εσχάτης ανάγκης για τις εθνικές κυβερνήσεις.

Μετέπειτα, ο περιορισμός της δημοσιονομικής πολιτικής στην Ευρωζώνη μέσω κανόνων, δημιουργεί δυναμικές ύφεσης και αστάθειας. Διότι οι δημοσιονομικοί κανόνες είναι περιοριστικού χαρακτήρα, αποτρέπουν την εφαρμογή επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων με στόχο τη διασφάλιση της πλήρους απασχόλησης. Ιδιαίτερα κρίσιμος ο περιορισμός στην Ευρωζώνη, δεδομένης της κοινής νομισματικής πολιτικής, της αδυναμίας προσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Οι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας αγνοούν την συμβολή των δημοσίων επενδύσεων στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, στην αύξηση του δυνητικού προϊόντος & στον πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας.

Οι δημοσιονομικοί κανόνες λειτουργούν προ-κυκλικά. Ειδικότερα, σε περιπτώσεις ύφεσης επιβάλλεται εφαρμογή περιοριστικών μέτρων, αυτό επιφέρει συμπίεση της ζήτησης & του ΑΕΠ, εντείνεται η χρηματοπιστωτική αστάθεια. Χαρακτηριστική η περίπτωση αντιμετώπισης της κρίσης δημοσίου χρέους από την ΟΝΕ την περίοδο 2010-2015.

Η απουσία ρόλου δανειστή εσχάτης ανάγκης για την ΕΚΤ καθιστά τα ομόλογα των κρατών μελών εκτεθειμένα στις ανορθολογικού χαρακτήρα αξιολογήσεις φερεγγυότητας των αγορών.

Τέλος η λήψη αποφάσεων δημοσιονομικής πολιτικής στερείται δημοκρατικής λογοδοσίας. Άρα έχουμε σημαντικό έλλειμμα νομιμοποίησης.

Η ΟΝΕ ενσαρκώνει μία αρκετά ιδιαίτερης μορφής νομισματική ένωση. Εν ολίγοις, ενώ για τις οικονομίες εκτός της Ευρωζώνης δύναται να θεωρείται ως ένα κυρίαρχο νομισματικό σύστημα που εδράζεται στην αρχή «ένα κράτος – ένα νόμισμα», στο εσωτερικό της κάτι τέτοιο δεν ισχύει: τα κράτη-μέλη δεν είναι εκδότες, αλλά χρήστες του κοινού νομίσματος, καθώς υφίσταται πλήρης διαχωρισμός μεταξύ νομισματικής πολιτικής (εκδότης χρήματος) & δημοσιονομικής πολιτικής (χρήστης νομίσματος). Πρακτικά, για κάθε κράτος-μέλος της Ευρωζώνης το ευρώ είναι ένα ξένο και όχι το εθνικό τους νόμισμα. Αυτό έχει δύο συγκεκριμένες εξαιρετικά αρνητικού χαρακτήρα επιπτώσεις:

Πρώτη επίπτωση, δημιουργεί συστημικά υψηλό ρίσκο φερεγγυότητας για τα κράτη-μέλη της ΟΝΕ, καθώς ως μη εκδότες χρήματος πρέπει αναγκαστικά να δανειστούν «πόρους» από τις αγορές προκειμένου να χρηματοδοτήσουν το δημόσιο έλλειμμά τους & να φορολογήσουν τον ιδιωτικό τομέα για να εξυπηρετήσουν το χρέος τους. Επιπλέον, μια αύξηση του δημόσιου ελλείμματος των κρατών-μελών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο:

Advertisement
  1. Υποβάθμισης του αξιόχρεού τους από τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας με αποτέλεσμα την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού.
  2. Μετάβασής τους σε έναν φαύλο κύκλο: αύξησης επιτοκίων – αύξησης ελλείμματος – αύξησης του πιστωτικού ρίσκου.

Προκειμένου να αποφευχθεί η άνωθεν κατάσταση, έχουν θεσπιστεί όρια για το έλλειμμα (3% του ΑΕΠ) και το ποσοστό του δημόσιου χρέους (60%).

Άρα, η θεσμική δομή της Ευρωζώνης εμφανίζει δομικού χαρακτήρα διαφορές από ένα sovereign monetary system, στο οποίο οι κυβερνήσεις εκδίδουν το δικό τους εθνικό νόμισμα και άρα:

  1. Μπορούν να εξυπηρετούν το χρέος τους απλά πιστώνοντας τους τραπεζικούς λογαριασμούς των επενδυτών.
  2. Δεν αντιμετωπίζουν ρίσκο αθέτησης πληρωμών, καθώς η στενή συνεργασία μεταξύ κυβέρνησης & κεντρικής τράπεζας εγγυάται την πληρωμή των απαιτούμενων ποσών στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων.

Στην ΟΝΕ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απαγορεύεται να συνεργάζεται με τα κράτη-μέλη και να αγοράζει κρατικό χρέος στην πρωτογενή αγορά. Οι εθνικές κυβερνήσεις δεν μπορούν επομένως να πιστώνουν χωρίς περιορισμούς τραπεζικούς λογαριασμούς, αποτέλεσμα των προαναφερθέντων να είναι εκτεθειμένες στην πειθαρχία των αγορών: υπερβολικά ελλείμματα προκαλούν αυξητικές πιέσεις στα επιτόκια δανεισμού με συνέπεια τα κράτη-μέλη να πρέπει να ακολουθούν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.

Η θεσμική δομή της Ευρωζώνης συνεπώς ευθύνεται για το ξέσπασμα και την επώδυνη «υπέρβαση» της κρίσης. Ο λόγος είναι ότι:

  1. Τα κράτη-μέλη είναι απροστάτευτα από κερδοσκοπικές επιθέσεις.
  2. Αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να παγιδευτούν σε μια «παγίδα χρέους»: αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, αύξηση δημοσιονομικού ελλείμματος, αύξηση χρέους, αύξηση επιτοκίων & πιθανός αποκλεισμός από τις αγορές.
  3. Ακόμη και εάν δανειστούν από τους εταίρους τους (όπως στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας), η χρηματοδοτική στήριξη γίνεται υπό την προϋπόθεση λήψης υφεσιακών μέτρων που συντηρούν την παγίδα χρέους: ύφεση, αύξηση ελλείμματος, αύξηση χρηματοδοτικών αναγκών & χρέους.

Άρα η ίδια η θεσμική δομή της Ευρωζώνης αποτελεί έναν συστημικό κίνδυνο για τα κράτη-μέλη, αυξάνοντας την πιθανότητα να εγκλωβιστούν σε μια «παγίδα χρέους».

Δεύτερη επίπτωση, δημιουργεί ένα θεσμικό περιβάλλονπου αποτρέπει σε πολλά κράτη-μέλη τη μείωση του χρέους του ιδιωτικού τομέα, διαιωνίζοντας έτσι τη χρηματοπιστωτική αστάθεια. Η μείωση του ιδιωτικού χρέους προϋποθέτει την καταγραφή θετικού χρηματοοικονομικού ισοζυγίου στον ιδιωτικό τομέα. Με άλλα λόγια, η δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα να αποπληρώσει το χρέος του εξαρτάται από τη δυνατότητα της οικονομίας να καταγράφει (υψηλό) θετικό εξωτερικό ισοζύγιο και άρα από την προθυμία ή μη των εμπορικών της εταίρων να καταγράφουν αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο έναντι αυτής. Κάτι τέτοιο όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένων:

  1. Ότι οι Ευρωπαίοι εμπορικοί εταίροι έχουν τον ίδιο στόχο. Το πρόβλημα μάλιστα στην Ευρωζώνη οξύνεται λόγω και των υψηλών εμπορικών πλεονασμάτων χωρών όπως π.χ. η Γερμανία. Επίσης η Ευρωζώνη είναι μια «κλειστή» οικονομία: συνεπώς το έλλειμμα μιας οικονομίας είναι το πλεόνασμα της άλλης.
  2. Των διαφορετικών διαρθρωτικών-παραγωγικών χαρακτηριστικών των οικονομιών και των ενδογενών ανισορροπιών που αυτό δημιουργεί (π.χ. Ελλάδα vs. Γερμανία).
  3. Της αδυναμίας ελέγχου της ισοτιμίας του νομίσματος και συνεπώς χρήσης του εργαλείου της εξωτερικής υποτίμησης ως μέσο βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου.

Άρα, οικονομίες με ισχνή παραγωγική βάση και αρνητικό εξωτερικό ισοζύγιο μπορούν να παρουσιάσουν πλεονασματικούς προϋπολογισμούς μόνο εφόσον ο ιδιωτικός τομέας αυξήσει σημαντικά το χρέος του. 

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, μετά τα γεγονότα της δεκαετίας του 2010 έχει μέλλον η ΟΝΕ; Η απάντηση κατά τον γράφοντα είναι θετική, αυτό στην περίπτωση που επιτευχθεί συθέμελη αλλαγή του οικοδομήματος. Τι μπορεί να γίνει;

Είναι ώρα να υπάρξει εγκατάλειψη της «New Consensus» & προσανατολισμός σε δυναμικά εξελισσόμενες ετερόδοξες σχολές οικονομικής σκέψης όπως τα Μετα-κεϋνσιανά Οικονομικά (M. Kalecki, H. Minsky) & η Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (Modern Money Theory, MMT).

Ειδικότερα, τα Μετα-κεϋνσιανά Οικονομικά πρόκειται να έρθουν σε ρήξη με το δόγμα TINA (There Is No Alternative) την πεποίθηση εν ολίγοις ότι τα συμβατικά οικονομικά και οι προτάσεις τους υπέρ της ελεύθερης αγοράς ενσαρκώνουν την μόνη οδό κατανόησης & επίλυσης των οικονομικών προβλημάτων. Τα Μετα-κεϋνσιανά Οικονομικά πρόκειται να προσφέρουν ένα ισχυρού χαρακτήρα θεωρητικό & ρεαλιστικό υπόβαθρο με χρησιμότητα τόσο στον τομέα της κριτικής της κυρίαρχης νεοκλασικής θεωρίας & των πολιτικών λιτότητας όσο και στην υποστήριξη εφικτών εναλλακτικών πολιτικών. Στα Μετα-κεϋνσιανά Οικονομικά υφίσταται απόρριψη & αντιστροφή αρκετών υποθέσεων & παραδοχών της συμβατικής οικονομικής σκέψης.

Μερικές εκ των θέσεων των Μετα-κεϋνσιανών Οικονομικών είναι, ότι η αύξηση της ζήτησης δεν οδηγεί αναγκαστικά σε άνοδο του επιπέδου των τιμών, ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού ή των πραγματικών μισθών δεν οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας, ότι η αύξηση του πραγματικού μισθού δεν προκαλεί μείωση των κερδών, ότι τα δημοσιονομικής φύσεως ελλείμματα δεν επιφέρουν πληθωρισμό, αύξηση του επιτοκίου και παραγκωνισμό των ιδιωτικών επενδύσεων, ότι η ευκαμψία των τιμών δεν επαναφέρει την οικονομία στο επίπεδο ισορροπίας της ή στο άριστο επίπεδο παραγωγής.

Οι θεμελιακοί πυλώνες των Μετα-κεϋνσιανών Οικονομικών είναι οι κάτωθι:

  1. Η αρχή της ενεργού ζήτησης.
  2. Η έννοια του ιστορικού & δυναμικού χρόνου.
  3. Οι πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της ευκαμψίας των τιμών.
  4. Ο νομισματικός χαρακτήρας των σύγχρονων οικονομιών.
  5. Η παρουσία θεμελιώδους αβεβαιότητας.
  6. Η σύγχρονη μικροοικονομική ανάλυση.
  7. Ο πλουραλισμός ιδεών & μεθόδων.

Το MMT ενσαρκώνει μία ετερόδοξη σχολή οικονομικής σκέψης, μία κατά βάση σύγχρονη προσέγγιση της σύγχρονης μακροοικονομικής θεωρίας, το ΜΜΤ έρχεται σε σύγκρουση με τα συμβατικά νεοκλασικά οικονομικά. Η άνοδος της επιθυμίας για ενασχόληση με το ΜΜΤ μάλλον βρίσκει ρίζες στην έρευνα γύρω από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009. Το ΜΜΤ ανήκει στον κόσμο των μη συμβατικών οικονομικών, λαμβάνει στοιχεία από το έργο των J.M. Keynes, A. Lerner, H. Minsky, & διαφόρων ρευμάτων οικονομικής σκέψης, όπως για παράδειγμα του Chartalism, αλλά & από το έργο πιο πρόσφατων θεωρητικών όπως του Β. Mitchel & W. Godley.

Μερικές ιδέες του ΜΜΤ είναι, ότι ο κόσμος των ανθρώπων δεν πλαισιώνεται από ντετερμινιστικού χαρακτήρα νόμους, ότι οι οικονομικά δρώντες δεν δρουν σε μεμονωμένο πλαίσιο, αλλά κατά βάση συλλογικά με σκοπό να επιτύχουν τους στόχους τους, ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία είναι σημαντική & θεμιτή την ίδια όμως ώρα ο δημόσιος τομέας είναι εξίσου ζωτικής σημασίας, ότι οι δημοσιονομικές & νομισματικές αρχές δεν λειτουργούν ξεχωριστά η μία από την άλλη αλλά ενιαία & σε στενή συνεργασία, ότι τα δημόσια ελλείμματα είναι ανάγκη ν’ αποτελούν μια «κανονικότητα» στις σύγχρονες καπιταλιστικές οικονομίες. Ένας εκ των πλέον βασικών πυλώνων του  ΜΜΤ, η λειτουργικού χαρακτήρα ενοποίηση της κεντρικής τράπεζας & των δημοσιονομικών αρχών.

Η ΟΝΕ θα πρέπει να αποκτήσει δομικό υπόβαθρο με μοντέλο οικονομικής θεωρίας που θα χαρακτηρίζεται από τους κάτωθι πυλώνες:

  1. Πρωτεύων Στόχος της οικονομικής πολιτικής η πλήρης απασχόληση, κανάλια επίτευξης αυτού του εγχειρήματος η πολιτική αναδιανομής εισοδήματος εις βάρος ελίτ χρηματοπιστωτικού τομέα & κερδοσκοπικών αγορών χρήματος – κεφαλαίου.
  2. Βασικός Στόχος του συστήματος των κεντρικών τραπεζών σε επίπεδο ΕΕ η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
  3. Δημιουργία και θεσμική σφυρηλάτηση μηχανισμών χρηματοδότησης ύστατης προσφυγής με στόχο την διασφάλιση δημοσιονομικής σταθερότητας & χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
  4. Αναγνώριση σταθεροποιητικού ρόλου Δημοσιονομικής Πολιτικής.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, τα κράτη-μέλη της ΕΕ οφείλουν να προχωρήσουν στα κάτωθι:

  1. Ολοκλήρωση της Δημοσιονομικής Ένωσης, όπου θα υφίσταται ίδια δομή με εκείνη ενός Ομοσπονδιακού Κράτους (βλέπε ΗΠΑ), έτσι θα υπάρξει μία ολοκληρωμένη ΟΝΕ που θα έχει στη διάθεση της ισχυρό ομοσπονδιακό (κοινοτικό) προϋπολογισμό, ο οποίος θα έχει στιβαρό εργαλείο σταθεροποιητικών μεταβιβάσεων με θεσμοποιημένο σύστημα αυτόματων μηχανισμών (βλέπε κοινοτικό φορολογικό σύστημα, κοινοτική επιδότηση ανεργίας).
  2. Δομική Αλλαγή του Καταστατικού της ΕΚΤ, εν ολίγοις ως προς τους στόχους της τράπεζας θα υπάρξει μία ξεκάθαρη διπλή στοχοθεσία σε ισότιμη βάση, σταθερότητα των τιμών & πλήρης απασχόληση. Ακόμα, θα θεσμοθετηθεί ρόλος της ΕΚΤ ως Δανειστής Εσχάτης Ανάγκης (Lender of Last Resort) των κρατών-μελών.
  3. Δομική Αλλαγή του Συμφώνου Σταθερότητας & Ανάπτυξης, εν ολίγοις πλήρης αλλαγή των δύο ανυπόστατων κριτηρίων περί ελλείμματος & χρέους, έμφαση στην πλήρη απασχόληση & τη βιώσιμη – αειφόρο ανάπτυξη, πρόνοια για πολιτικές κατά της ανεργίας – της ανισότητας & της φτώχειας.
  4. Ενσωμάτωση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας στη Δομή της ΟΝΕ, μετεξέλιξη του σε ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.
  5. Θεσμοθέτηση πλήρους θεσμού Ευρωομολόγου, εν ολίγοις θεσμοθέτηση αμοιβαιοποίησης του χρέους.
  6. Μετεξέλιξη της Ευρωομάδας (Eurogroup) σε ένα κανονικό θεσμικό όργανο της ΕΕ ειδικότερα της ΟΝΕ, όπου θα θεσμοθετηθούν και ειδικές πρόνοιες λογοδοσίας του εν προκειμένω οργάνου.
  7. Σφυρηλάτηση ολοκληρωμένου Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων με στόχο την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης.

Μετά από 15 χρόνια όπου είχαμε την σύναψη της Συνθήκης της Λισαβόνας, ξεκάθαρο είναι ότι έχει έρθει η ώρα για μία Νέα Συνθήκη που θα φέρει το Ευρωπαϊκό Εγχείρημα σε μία Νέα Εποχή. Αυτή η Νέα Συνθήκη πρέπει να κομίζει την πραγματική – ουσιαστική αλλαγή & ολοκλήρωση της ΟΝΕ.

Οι καιροί απαιτούν στιβαρά βήματα προς τα εμπρός

Πηγές-Βιβλιογραφία:

Αργείτης, Γ. (2002). Παγκοσμιοποίηση, ΟΝΕ και Οικονομική Προσαρμογή: η περίπτωση της Ελλάδας. Αθήνα: ΤΥΠΩΘΗΤΩ/ΔΑΡΔΑΝΟΣ.

Αργείτης, Γ. & Κορατζάνης, Ν. (2012). Οικονομική πολιτική σταθεροποίησης και αστάθεια στην ΟΝΕ. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Uxó, J. & Truger, A. & Sterdyniak, H. & Feigl, G. & Álvarez, N. (2019). Towards a progressive EMU fiscal governance. ETUI, working paper 2019.13. Brussels: ETUI.

Wray, R.L (2015). Modern money theory: a primer on macroeconomics for sovereign monetary systems. Basingstoke and New York: Palgrave Macmillan.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Συνέδριο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία (Μέρος Β΄): η ώρα για μία νέα σχέση με την νέα γενιά.

Την ώρα που η πανδημική κρίση μία ακόμα φορά ΄΄δείχνει τα δόντια της΄΄, το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης οδεύει προς την διεξαγωγή Συνεδρίου. Παρά την προσπάθεια διαφόρων εντός και εκτός κόμματος να υπάρξει αναβολή του Συνεδρίου, ο Πρόεδρος του κόμματος Αλέξης Τσίπρας είναι ξεκάθαρος. Το Συνέδριο θα γίνει είτε με […]

Κάνε εγγραφή