Ελλάδα, Τουρκία και Ανατολική Μεσόγειος

Όταν, όμως, είμαστε δεδομένοι, τότε δεδομένος είναι και ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ασκήσουμε το διεθνές δίκαιο ή τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Όταν οι πολιτικές ελίτ επιμένουν να αναφέρονται στα σύνορά μας περισσότερο ως «σύνορα της Ευρώπης», τότε είναι προφανές και το ποιος θα αποφασίζει για αυτά.

Για άλλη μία φορά υπάρχει ανάφλεξη σε μια από τις πιο εύφλεκτες περιοχές της γης. Αυτή τη φορά, ωστόσο, τα πράγματα φαίνεται να έχουν σοβαρέψει. Οι κινήσεις από την πλευρά της Τουρκίας και οι ακινησίες από την πλευρά της Ελλάδας είναι ενδεικτικές της κατάστασης. Την ώρα που το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε μία φάση έντονης ρευστότητας, οι ηγετικές ελίτ της Ελλάδας παραμένουν εγκλωβισμένες σε απαρχαιωμένες πλέον αναγνώσεις.

Η βασική συμπεριφορά που πρέπει να διακρίνει μια χώρα μέσα σε ένα κλασικό πολυπολικό σύστημα είναι να έχει μόνιμα συμφέροντα, αλλά όχι μόνιμους συμμάχους καθορισμένους από ιδεολογικές αξιολογήσεις. Εύλογα, λοιπόν, διακρίνεται μια μονολιθική συμπεριφορά από πλευράς της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας, με συμμαχικούς δεσμούς ίδιους και απαράλλαχτους για απαγορευτικά πολλά χρόνια. Εύλογα διακρίνεται επίσης η έλλειψη μακροπρόθεσμης εξωτερικής πολιτικής και στρατηγικής, η οποία με κάθε αλλαγή εξουσίας προσκολλάται στα αντίστοιχα ιδεολογικά στρατόπεδα, βλέποντας το δέντρο και χάνοντας το δάσος. Αυτό ίσως είχε νόημα όταν το διεθνές σύστημα ήταν διπολικό και όταν οι ΗΠΑ αποτελούσαν το 30% της παγκόσμιας οικονομίας (σήμερα, δεν ξεπερνά το 18%).

Απέναντί της, αυτή η Ελλάδα έχει μια Τουρκία, η οποία φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως μεγάλη ευρασιατική δύναμη στο νέο πολυπολικό διεθνές περιβάλλον. Ακόμα και σε αυτήν την ανάγνωση, λανθασμένα αποδίδεται μεγαλύτερη έμφαση στον Ερντογάν, παρά στο πολιτικό σύστημα και τις ηγετικές ελίτ της Τουρκίας. Ειδικότερα, το ζήτημα δεν είναι ο Ερντογάν, αλλά η εξωτερική πολιτική και στρατηγική της Τουρκίας στον ευρύτερο μεσογειακό χώρο. Πρόκειται για μια μακρόχρονη στρατηγική, η οποία υπηρετείται από το πολιτικό σύστημα, όποιο και αν είναι αυτό, όποιον και αν έχει στην κορυφή του, είτε τώρα, είτε στο μέλλον. Η Τουρκία προωθεί μια επιθετικά αναθεωρητική πολιτική στον άμεσο περίγυρό της, βλέπει την Ανατολική Μεσόγειο ως ένα σταυρόλεξο, το οποίο και σταδιακά γεμίζει μέχρι να ολοκληρώσει.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, η κατάσταση που εκτυλίχθηκε με κέντρο την Αγία Σοφία δεν ενδιαφέρει μόνο καθώς η τελευταία θεωρείται παγκόσμιο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς, ή χριστιανικό σύμβολο. Το ζήτημα είναι πολύ βαθύτερο και αφορά την κληρονομιά του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της Τουρκίας μετέτρεψε το ισλαμικό τέμενος σε μουσείο, στα 1934. Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος συνδέεται άμεσα με την ιδέα που θέλει να διαμορφώσει η κυβέρνηση Ερντογάν για την αξία της ιδρυτικής διακήρυξης του Τουρκικού κράτους, που είναι η συνθήκη της Λοζάνης. Το 2023 θα έχουμε τα 100 χρόνια από την υπογραφή της συνθήκης αυτής, μιας ακόμη Κεμαλικής κληρονομιάς για τη γείτονα χώρα. Αν το σκεφτούμε έτσι, είναι ίσως ενδεικτικός ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε η Τουρκία την Αγία Σοφία.

Advertisement

Η Ελλάδα συνεχώς επικαλείται ένα Διεθνές Δίκαιο το οποίο δεν τολμά η ίδια να εφαρμόσει, καθώς δεν ανοίγεται στα 12 μίλια, δεν καταθέτει συντεταγμένες για ΑΟΖ και αποφεύγει να καταθέσει χάρτες. Στον δημόσιο λόγο, ακόμη, κυριαρχεί η υπερβολή στο θέμα των στρατιωτικών εξοπλισμών και στρατιωτικής δύναμης της Τουρκίας, μπροστά στην οποία η Ελλάδα παρουσιάζεται τραγικά αδύναμη. Με μία πιο ψύχραιμη ματιά, όμως και με βάση τους αριθμούς, μπορούμε να δούμε ότι η Τουρκία σε καμία περίπτωση δεν έχει ξεφύγει, τόσο όσο παρουσιάζεται. Στον αέρα έχει 293 μαχητικά αεροπλάνα, η ελληνική πλευρά έχει 230. Στη θάλασσα έχει 16 φρεγάτες, η ελληνική πλευρά 13 (περισσότερα εδώ και εδώ). Ακόμη, η τουρκική πλευρά έχει διασπείρει τις δυνάμεις της στην Κύπρο, τη Συρία, τη Λιβύη, στις Κουρδικές περιοχές, στον Καύκασο, ενώ προβάλλει συνεχώς τις δυνάμεις της και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όταν, όμως, είμαστε δεδομένοι, τότε δεδομένος είναι και ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ασκήσουμε το διεθνές δίκαιο ή τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Όταν οι πολιτικές ελίτ επιμένουν να αναφέρονται στα σύνορά μας περισσότερο ως «σύνορα της Ευρώπης», τότε είναι προφανές και το ποιος θα αποφασίζει για αυτά. Με τις κακές συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο, η Ελλάδα δημιουργεί ισχυρά πολιτικά προηγούμενα υπέρ της Τουρκίας, καθώς αναγνωρίζει μειωμένη επήρεια στα νησιά της, με ελληνική υπογραφή. Όλα αυτά την ώρα που η Τουρκία, η οποία είναι πολύ ξεκάθαρη σε αυτά που διεκδικεί, με τη σύμφωνη γνώμη των «συμμάχων» μας, πιέζει για «συζητήσεις εφ’ όλης της ύλης».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Η νέα γενιά, το υπαρκτό δημογραφικό και ένα ανύπαρκτο μανιφέστο

Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (EUROSTAT), για τους νέους που διαμένουν με τους γονείς τους, έκρυβε ακόμα μια τραγική αλήθεια για τη χώρα μας. Η Ελλάδα τερματίζει 2η (σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης) στο ποσοστό νέων (25-34 ετών) που διαμένουν με τους γονείς τους. Δηλαδή, σχεδόν το 60% των νέων […]

Κάνε εγγραφή