Η Ελληνική Οδύσσεια: Δέκα Χρόνια Κρίσης

Βασίλης Ψαρράς

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη συνάντηση νέων οικονομολόγων-επιστημόνων στα πλαίσια του εναρκτήριου συνεδρίου της ομάδας Young Scholars Initiative (YSI), μιας πρωτοβουλίας που προσπαθεί να φέρει κοντά νέους επιστήμονες. Στα πλαίσια του συγκεκριμένου συνεδρίου είχα την τιμή να παρουσιάσω την εργασία μου για την Ελληνική οικονομία και την κρίση χρέους και φυσικά να παρουσιάσω κάποιες σημαντικές αλλαγές πολιτικής. Αποφάσισα, λοιπόν, να περιγράψω συνοπτικά στο συγκεκριμένο άρθρο την εργασία μου για τη νέα Ελληνική Οδύσσεια της κρίσης.  

 Έχει περάσει μια ολόκληρη δεκαετία από τότε που ο Γεώργιος Παπανδρέου βρέθηκε στο Καστελόριζο και ακόμα και σήμερα η χώρα μας δεν έχει ξεπεράσει τις συνέπειες της κρίσης. Χρειάστηκαν πάνω από €300δις σε πακέτα διάσωσης για να αντιμετωπιστεί η χειρότερη ύφεση που βίωσε Ευρωπαϊκή χώρα εν καιρώ ειρήνης και οι Reinhart & Rogoff αναφέρουν πως συνολικά χάσαμε 25% και πλέον του παραγωγικού μας προϊόντος. Μια πρωτόγνωρη κρίση με δύο πρωτόγνωρα πολιτικά λάθη.

 Πρώτο σφάλμα των πολιτικών και οικονομολόγων εκείνης της εποχής ήταν ότι πίστεψαν πως η λιτότητα ήταν η κατάλληλη πολιτική ώστε η Ελληνική οικονομία να ανακάμψει γρήγορα και να βελτιώσει τη δημοσιονομική της θέση. Επηρεασμένοι από τις εργασίες των Reinhart & Rogoff, για την αρνητική σχέση του ρυθμού μεγέθυνσης και του επιπέδου δημοσίου χρέους, και των Alesina & Ardagna για τη σημασία της επεκτατικής λιτότητας μέσω της μείωσης των δημοσίων δαπανών, προσφέραν ένα φάρμακο που ήταν χειρότερο από την ίδια την αρρώστια.

 Η Ελλάδα ξεκίνησε το 2010 με το δημόσιο χρέος της να ισούται με 126% του ΑΕΠ και πολύ σύντομα ξεπέρασε το 180%, απλά γιατί η λιτότητα προκάλεσε, σύμφωνα με τους Gourinchas κ.α., περίπου το 50% της πτώσης του προϊόντος. Οι οπαδοί της δημοσιονομικής προσαρμογής πίστευαν ότι θα καταφέρει να μειώσει το χρέος και να επαναφέρει την Ελληνική οικονομία σε γρήγορη τροχιά ανάπτυξης, όμως απέτυχε παταγωδώς και στους δύο στόχους.

 Οι αποτυχίες της λιτότητας ανάγονται σε τρεις βασικές προσεγγίσεις. Η πρώτη είναι ότι εν γένει αυτές οι θεωρίες ήταν εσφαλμένες και όπως έγραψε και ο Breuer, η προσέγγιση της επεκτατικής λιτότητας είναι μεροληπτική ως προς το επεκτατικό αποτέλεσμα. Η δεύτερη είναι ότι οι Ελληνικοί θεσμοί ήταν απροετοίμαστοι να διαχειριστούν τη συγκεκριμένη κρίση και οι ξένοι ίσως υπερεκτίμησαν τόσο το επίπεδο ανάπτυξης τους όσο και την αποτελεσματικότητά τους. Η τρίτη, βασίζεται στη γνωστή φράση του Keynes «Η άνθιση, όχι η πτώση είναι η κατάλληλη στιγμή για τη λιτότητα» και αναγνωρίζει το σφάλμα όλων των Ευρωπαίων ηγετών που ακολούθησαν δημοσιονομικές πολιτικές αντίστοιχες με τους επιχειρηματικούς κύκλους.

 Το δεύτερο μεγάλο σφάλμα ήταν η προσπάθεια για την εσωτερική υποτίμηση. Η Ελλάδα, ήταν ο νέος άρρωστος της Ευρώπης κι όπως στη Γερμανία του 1990 το φάρμακο ήταν γνωστό, μεταρρυθμίσεις και φιλελευθεροποίηση. Ταυτόχρονα βέβαια οι Ελληνικές κυβερνήσεις έπρεπε να πιέσουν προς τα κάτω τους μισθούς, διότι δεν είχαν εγχώριο νόμισμα να υποτιμήσουν, και πίστεψαν πως αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα έφερναν ευελιξία στην αγορά εργασίας, θα προσάρμοζαν τους μισθούς γρήγορα και θα μειώνονταν η ανεργία.

 Ο ίδιος ο Mundell που υπήρξε ο πατέρας των θεωριών για τη Νομισματική Ένωση έγραψε «Ο ρυθμός του πληθωρισμού καθορίζεται από τη διάθεση των κεντρικών αρχών να επιτρέψουν υψηλά ποσοστά ανεργίας στις ελλειμματικές χώρες». Μπορούμε απλά να καταλάβουμε ότι ο δογματικός φόβος των Ευρωπαίων για τον πληθωρισμό ήταν αυτός που εκτόξευσε περαιτέρω την ανεργία και φυσικά μας βύθισε βαθύτερα στην αντιπληθωριστική παγίδα.

 Επιπλέον, σύγχρονες μελέτες όπως των Eggertsson κ.α. μελετούν την αναποτελεσματικότητα των συγκεκριμένων μέτρων σε καθεστώς μηδενικών επιτοκίων και αποδίδουν την αποτυχία της Ελληνικής οικονομίας να πραγματοποιήσει μεταρρυθμίσεις στην υπερτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας των Ελληνικών αγαθών έναντι των υπόλοιπων Ευρωπαϊκών. Οι υπόλοιπες χώρες που μπήκαν σε πακέτα διάσωσης κατάφεραν να ανακάμψουν ταχύτερα είτε γιατί είχαν ένα ισχυρότερο τραπεζικό σύστημα που μπορούσε να βοηθήσει τις εγχώριες επενδύσεις- το συνολικό κόστος της κυβερνητικής παρέμβασης για τη διάσωση των Ελληνικών τραπεζών μας κόστισε περίπου 20% του ΑΕΠ– είτε επίσης ευνοήθηκαν από τα προγράμματα επεκτατικής νομισματικής πολιτικής που ακολούθησε η ΕΚΤ.

Advertisement

 Η άποψη μου είναι ότι θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει όλες αυτές τις επίπονες και καταστροφικές αποφάσεις εκείνης της περιόδου, μόνο αν τις είχαμε λάβει νωρίτερα. Ο διαβόητος νόμος Γιαννίτση του 2001 αποτελεί ένα σαφές παράδειγμα νεοφιλελεύθερων μέτρων που έπρεπε να πάρει το ΠΑΣΟΚ στις «καλές μέρες», για να αποφύγουν οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν την κατάρρευση του 2010 την επιβολή βαρύτερων και σκληρότερων μέτρων στην πλέον ακατάλληλη χρονική στιγμή.

 Αφού αναγνωρίσαμε «Τις πταίει;» για αυτή τη ραγδαία και εκτεταμένη πτώση, νομίζω είναι η στιγμή να μιλήσω για τις δύο λύσεις που παρουσιάζω στην εργασία μου. Η πρώτη, πρέπει να ληφθεί από τα κεντρικά της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη και είναι κρίσιμο η νομισματική πολιτική να παίξει το ρόλο της ως ο βραχυχρόνιος σταθεροποιητής της οικονομίας.

 Δεν πιστεύω στην κατάργηση του πληθωριστικού στόχου και αντίστοιχα δεν τρέφω αυταπάτες για την «πληθωροφοβία» των Ευρωπαίων, όμως παρουσιάζω έναν απλό νομισματικό κανόνα, που εμπεριέχει τα δυναμικά στοιχεία των νέων νομισματικών πολιτικών, και προσαρμόζεται στις διαδικασίες εσωτερικής υποτίμησης και ανατίμησης. Στο συγκεκριμένο κανόνα, τον οποίον ονόμασα κανόνα σκιώδους διττού στόχου, αντικατέστησα τον όρο του παρόντος επιπέδου πληθωρισμού με το ανά μονάδα κόστος εργασίας. Μέσω της εκτίμησης του παραδοσιακού νομισματικού κανόνα και του «σκιώδους διττού στόχου» νομισματικού κανόνα συμπεραίνουμε ότι η αντίδραση της ΕΚΤ θα μπορούσε να είναι η ίδια απλά στη σωστή χρονική περίοδο και επίπλεον ότι η έναρξη των νέων νομισματικών μέτρων οδήγησε την ΕΚΤ να ακολουθεί το νέο διαφοροποιημένο κανόνα αναφορικά με την πορεία των επιτοκίων.

 Η δεύτερη λύση πηγάζει από την περίφημη ομιλία του Blanchard στην Αμερικανική Ένωση Οικονομολόγων που αναφέρεται στη σημασία των δημοσιονομικών πολιτικών. Ο Blanchard θεωρεί πως το δημόσιο χρέος μπορεί να καταστεί βιώσιμο ακόμα και χωρίς την εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής εφόσον τα επιτόκια δανεισμού παραμένουν χαμηλότερα από το επίπεδο ετήσιας μεγέθυνσης.

 Η εμπειρική έρευνα που πραγματοποίησα στη συγκεκριμένη εργασία προσπαθεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο προβλέψεων για την πορεία που θα ακολουθήσει το δημόσιο χρέος. Το συμπέρασμά μου είναι ότι οι πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής καθίστανται αναποτελεσματικές όσο μεγαλύτερο είναι το δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας. Αντίθετα, μια βελτίωση κατά 1% του ποσοστού μεγέθυνσης και των επιτοκίων δανεισμού λειτουργούν σχεδόν ταυτόσημα και παρουσιάζουν μια σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με το ίδιο βελτιωτικό σενάριο για τη δημοσιονομική θέση της Ελληνικής οικονομίας.

 Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η Ελληνική οικονομία θα πρέπει να δώσει έμφαση στην υλοποίηση παραγωγικών δημοσιονομικών πολιτικών, οι οποίες θα στοχεύουν στην αύξηση του προϊόντος μακροχρόνια και ταυτόχρονα να εκμεταλλευτεί τα χαμηλά επιτόκια για προγράμματα δημοσίων επενδύσεων. Είναι κρίσιμο να καταλάβουμε ότι σε ένα κράτος μέλος της Ευρωζώνης, όπου ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός δεν αποτελεί σοβαρό κίνδυνο, η αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών πολιτικών επηρεάζεται καθαρά από τα επιτόκια. Όπως έγραψε και ο Galbraith το 2011 για την πορεία του Αμερικανικού χρέους “It’s the interest rates stupid”.  Η ελληνική κρίση είναι μια Οδύσσεια δυστυχώς χωρίς τέλος. Η αναβλητικότητα των Ευρωπαίων ηγετών να δράσουν, η ακαμψία των επιστημόνων ως προς τη δημοσιονομική επέκταση και οι εν γένει παθογένειες του θεσμικού μας συστήματος ήταν οι κύριοι παράγοντες που μας κόστισαν μία χαμένη δεκαετία. Μπήκαμε στο 2020 με τη χειρότερη κρίση του τελευταίου αιώνα και πρέπει να αποφύγουμε μια δεύτερη χαμένη δεκαετία. Οφείλουμε να αποφασίσουμε αν θέλουμε περισσότερη και πιο ενωμένη Ευρώπη και φυσικά αν είμαστε έτοιμοι να πραγματοποιήσουμε οικονομικές πολιτικές που μπορούν να λειτουργήσουν για όλους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Δήμος Θερμαϊκου: Με πραξικοπηματικό τρόπο η διοίκηση Τσαμασλή απέρριψε την μείωση των δημοτικών τελών κατα 24%

Με πραξικοπηματικό τρόπο η διοίκηση Τσαμασλή απέρριψε την πρόταση της αντιπολίτευσης για μείωση των δημοτικών τελών κατα 24%. Σε έντονο κλίμα πραγματοποιήθηκε η χτεσινή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, στην οποία αντιπαρατέθηκαν οι προτάσεις της διοίκησης και της αντιπολίτευσης για τον ορισμό του ύψους των δημοτικών τελών ετους 2021. Όπως είναι […]

Κάνε εγγραφή