Και εγένετο Τσιπραϊσμός! (μέρος 1ο)

Φώτης Κυζάκης
Εξώφυλλο Εφημερίδας των Συντακτών

Ποια η σχέση του Αλέξη Τσίπρα με τον Λαό; Πως αυτή επηρεάζει την ταυτότητα και την εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία μετά τις τριπλές εκλογές του 2019; Η διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019 οδήγησε σε θεσμοποίηση και ρουτινοποίηση κόμματος και ηγέτη; Και τελικά, μπορούμε να μιλήσουμε για μια νέα ιδεολογία;

Όλα αυτά συνιστούν ερωτήματα που συγκεντρώνονται κάτω από μια ενιαία προβληματική: την ανάλυση της ηγεσίας του Αλέξη Τσίπρα.

Μπορούμε όλοι να καταλάβουμε την δυσκολία μιας τέτοιας ανάλυσης. Και αυτό οφείλεται στο ότι δεν αποτελεί ένα πρόσωπο του παρελθόντος, αλλά του παρόντος. Το φαινόμενο Αλέξης Τσίπρας ακόμα εξελίσσεται με αποτέλεσμα μέρα με την μέρα να αλλάζει η βάση αλλά και τα δεδομένα της ανάλυσης του. Την ίδια στιγμή και οι συνθήκες ανάδειξης και επιβίωσης του συνδράμουν στην αύξηση του βαθμού δυσκολίας. Ο Αλέξης Τσίπρας, σύμφωνα και με την διάκριση των Mudde και Kaltwasser (2017, σελ. 112), είναι ένας outsider πολιτικός ηγέτης. Δεν είχε ούτε έχει σημαντικές σχέσεις με τις πολιτικές ελίτ (όπως ορίζονται γενικά) και κατάφερε να οικοδομήσει την καριέρα του εκτός της καθεστηκυίας τάξης. Μπορεί να μην αναπτύχθηκε εντός ενός έντονα θεσμικά προσωποποιημένου πολιτικού συστήματος (όπως είναι οι προεδρικές δημοκρατίες), αλλά κατάφερε να αναδειχθεί μέσα από τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης περιόδου αλλά και της λαϊκιστικής ζήτησης, της ενεργοποίησης των λαϊκιστικών διαθέσεων και του γενικότερου αισθήματος του χάσματος πολιτικού συστήματος και κοινωνίας, που γέννησε ακριβώς η αίσθηση ότι κόμματα και κυβερνήσεις αγνοούσαν τα αιτήματα του λαού. Με άλλα λόγια, στο κενό εξουσίας, στην κρίση εμπιστοσύνης εμφανίστηκε ένας νέος τύπος νομιμοποίησης, που εκτός από την επαναφορά της λαϊκής κυριαρχίας, έφερε ξανά στο προσκήνιο το μοντέλο της βεμπεριανής χαρισματικής ηγεσίας μεσσιανικού τύπου, που αποτυπώθηκε ως η προσωποποίηση της νέας λαϊκής εξουσίας στην βάση μιας σχέσης ανάμεσα στον ηγέτη και σε εκείνους οι οποίοι του αποδίδουν μια τέτοια ιδιότητα σύμφωνα και με τον Ανδρέα Πανταζόπουλο (2011Α, σελ. 458).

Είναι λοιπόν εμφανές ότι η ανάλυση της ηγεσίας του Αλέξη Τσίπρα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το λαϊκό υποκείμενο, με αποτέλεσμα μια ανάλυση της σχέσης κόμματος με τον λαό, του ηγέτη με τον λαό να είναι συνώνυμη με την ανάλυση του ίδιου ηγετικού φαινομένου. Φυσικά είναι λογικό, ακριβώς διότι τόσο ο Αλέξης Τσίπρας όσο και ο ελληνικός λαός, ως πολιτικό υποκείμενο, είναι διαρκώς εν κινήσει, η ανάλυση μας να είναι δυναμική και το ενδεχόμενο να πέσουμε σε σφάλματα να είναι ορατό. Κανείς δεν διεκδικεί το αλάθητο. Θα πραγματοποιηθεί ωστόσο μια φιλόδοξη προσπάθεια ερμηνείας μιας πολιτικής προσωπικότητας, που, ανεξαρτήτως πολιτικής ή κομματικής τοποθέτησης, έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στο τέλος της ανάλυσης, θα καταλήξουμε στην έννοια του τσιπραϊσμού, της ιδεολογίας δηλαδή του Αλέξη Τσίπρα, καθώς και στην βαρύτητα που αυτός ο όρος έχει στην πολιτική σκηνή.

Τι είναι ο λαϊκισμός;

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του τσιπραϊκού λαϊκισμού, είναι εξαιρετικά σημαντικό να λύσουμε μια παρεξήγηση, που είναι πολύ έντονη, ιδιαίτερα, στην ελληνική κοινωνία. Το περιεχόμενο της έννοιας λαϊκισμός.

Πολλά έχουν λεχθεί και γραφτεί για τον λαϊκισμό, παρόλαυτα μια σύντομη περιγραφή της έννοιας είναι απαραίτητη για την ανάλυση που επρόκειτο να ακολουθήσει.

Για τον Ανδρέα Πανταζόπουλο (2011Α, σελ. 455-456) ο λαϊκισμός είναι ένα πολιτικό ύφος που μπορεί να έλθει σε συγχρωτισμό με οποιαδήποτε ιδεολογία. Θεμελιώνεται στην αδιαμεσολάβητη, προσωπική, πολεμικού τύπου, κλήση που ένας χαρισματικός ηγέτης απευθύνει στον λαό, στον «υγιή» λαό, κατά του «κατεστημένου», κατά των «διεφθαρμένων» ελίτ που συνωμοτούν εναντίον του λαού. (…) Συνοψίζει και αναδεικνύει ένα ιδιαίτερο ύφος κοινωνικής κριτικής, που εννίοτε αγγίζει, όταν δεν ενσαρκώνει, μια ανατρεπτική, αντισυστημική στάση, επενδυμένη με σωτηριολογικό μανδύα.

Σύμφωνα με την ιδεακή προσέγγιση των Mudde & Kaltwasser (2017, σελ. 20-22) συλλαμβάνεται ως ιδεολογία ή κοσμοθεώρηση. Πιο συγκεκριμένα, ορίζουν τον λαϊκισμό ως μια αβαθή ιδεολογία, ως μια ιδεολογία του ισχνού πυρήνα, που θεωρεί την κοινωνία ουσιαστικά χωρισμένη σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα, τον «αγνό λαό» έναντι της «διεφθαρμένης ελίτ», και η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να είναι έκφραση της γενικής βούλησης του λαού. (…) Ως αβαθής ιδεολογία ο λαϊκισμός έχει περιορισμένη μορφολογία, η οποία εμφανίζεται απαραίτητα να προσκολλάται -και μερικές φορές ακόμα και να αφομοιώνεται- σε άλλες ιδεολογίες. (…) Αυτό σημαίνει ότι ο λαϊκισμός μπορεί να λάβει πολύ διαφορετικές μορφές, οι οποίες εξαρτώνται από τους τρόπους με τους οποίους οι βασικές έννοιες του λαϊκισμού εμφανίζονται να σχετίζονται με άλλες έννοιες, διαμορφώνοντας ερμηνευτικά πλαίσια που μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ελκυστικά σε διαφορετικές κοινωνίες. Υπό το πρίσμα αυτό ο λαϊκισμός πρέπει να γίνει κατανοητός ως ένα είδος νοητικού χάρτη διαμέσου του οποίου τα άτομα αναλύουν και κατανοούν την πολιτική πραγματικότητα.

Την ίδια στιγμή, οι ίδιοι συγγραφείς σε άλλη τους δουλειά αναφέρουν τέσσερις προσεγγίσεις σύμφωνα με τις οποίες ο λαϊκισμός μπορεί να κατανοηθεί ως λόγος, παθολογία/διαστροφή, ύφος και στρατηγική (Mudde & Kaltwasser, 2014, p. 377-378).

Πρώτον, μιλώντας για λαϊκισμό ως λόγο, αναφερόμαστε σε μια θεωρητική προσέγγιση που αντιλαμβάνεται το λαϊκιστικό φαινόμενο ως ένα σύνολο ιδεών (set of ideas). Ο λαϊκισμός με άλλα λόγια δεν είναι τίποτα άλλο από έναν διανοητικό χάρτη (mental map) της καταπάτησης των συμφερόντων του λαού από τις πανίσχυρες ελίτ. Αποτελεί μια γλώσσα με την οποία οι απλοί πολίτες γίνονται κατανοητοί ως ένα ευγενές/αγνό σύνολο (noble assemblage) έναντι της αντιδημοκρατικής ελίτ που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα δικά της συμφέροντα (self-serving).

Δεύτερον, με την έννοια του λαϊκισμού ως παθολογία/διαστροφή της δημοκρατίας (Mudde & Kaltwasser, 2014, p. 378), πολλοί θεωρητικοί περιγράφουν τον λαϊκισμό ως μια ψυχολογική γλώσσα με επικίνδυνη πολιτική δυναμική, που όχι μόνο κριτικάρει το χάσμα ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, αλλά ταυτόχρονα προωθεί ανεύθυνες, ακόμα και αυταρχικές λύσεις στα προβλήματα που συχνά συναντά η δημοκρατία. Για αυτούς τους θεωρητικούς, οι έννοιες της λαϊκής κυριαρχίας και του ιδανικού του νόμου της πλειοψηφίας έχουν ως στόχο την επίθεση στις ιδέες, στους θεσμούς και τις πρακτικές της πολιτικής αντιπροσώπευσης.

Μια τρίτη θεωρητική προσέγγιση του λαϊκισμού είναι αυτή που τον αντιλαμβάνεται ως πολιτικό ύφος (Mudde & Kaltwasser, 2014, p. 378), που βοηθά τους πολιτικούς και τα κόμματα να «ακούν τον παλμό» (stay in tune) της κοινωνίας, της εκλογικής τους περιφέρειας, εγείροντας συναισθήματα, προσλαμβάνοντας επικοινωνιολόγους (spin doctors) και προτείνοντας απλοϊκές λύσεις σε πολύπλοκα προβλήματα. Αυτό το λαϊκιστικό, θα λέγαμε, στυλ πολιτικής έχει γίνει ευρέως διαδεδομένο στις σύγχρονες δημοκρατίες, όπου οι αξίες θυσιάζονται στο βωμό του οπορτουνισμού, της επικοινωνίας και όχι της ουσίας. Τελικά, ωστόσο, μήπως το φταίξιμο ανήκει στους πολιτικούς αξιωματούχους που εργαλειοποιούν τον λαϊκισμό για την επιδίωξη των προσωπικών τους συμφερόντων, και όχι στον λαϊκισμό ως πολιτικό φαινόμενο;

Τέλος, λοιπόν. τελευταίο ρεύμα σκέψης για τον λαϊκισμό, σύμφωνα με τους Mudde & Kaltwasser (2014, p. 378), αποτελεί η χρήση του λαϊκισμού ως πολιτικής στρατηγικής. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, ο λαϊκισμός είναι μια πολιτική στρατηγική μέσω της οποίας ένας ηγέτης αναζητά ή δοκιμάζει τις δυνατότητες της κυβερνητικής εξουσίας στην βάση της άμεσης, αδιαμεσολάβητης, μη θεσμικής (uninstitutionalized) υποστήριξης από έναν μεγάλο αριθμό μη οργανωμένων, ως επί το πλείστον, ακολούθων/υποστηρικτών (Weyland, 2001, p. 14). Είναι ακριβώς η ικανότητα των ηγετών να κινητοποιούν, αδιαμεσολάβητα, άμεσα, τις μάζες.

Βέβαια, εξίσου σημαντική με τις παραπάνω προσεγγίσεις είναι και η προσέγγιση της λαϊκής επενέργειας/δράσης (popular agency), ο χαρακτήρας και το πνεύμα της οποίας είναι διάχυτα στην ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η συγκεκριμένη προσέγγιση προσδίδει στον λαϊκισμό την σημασία ενός δημοκρατικού τρόπου ζωής, που οικοδομείται διαμέσου της λαϊκής συμμετοχής στην πολιτική (Mudde & Kaltwasser, 2017, σελ. 17-18). Η προσέγγιση της λαϊκής επενέργειας, ουσιαστικά, θεωρεί τον λαϊκισμό μια θετική δύναμη για την κινητοποίηση του, απλού, λαού και για την ανάπτυξη ενός κοινοτιστικού μοντέλου δημοκρατίας.

Για την ανάλυση της ηγεσίας του Αλέξη Τσίπρα θα χρησιμοποιούμε πληθώρα εργαλείων, με βασικότερο τις θεωρίες περί λαϊκισμού. Συγκεκριμένα θα συνδυάσουμε την ιδεακή προσέγγιση των Mudde & Kaltwasser και την έννοια της λαϊκής επενέργειας/δράση, καταλήγοντας σε μια νέα ιδεολογία. Αρχικά, παρακάτω, θα παρουσιαστούν κάποιες ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις για τον λαϊκισμό, ενώ στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε τον λαό του ΣΥΡΙΖΑ. Έπειτα, βάσει της προσέγγισης του A. Panebianco για τα χαρισματικά κόμματα, θα ορίσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα χαρισματικό κόμμα, που βρίσκεται σε ένα δύσκολο μεταβατικό ιδεολογικό στάδιο

ενώ αργότερα θα τεθεί σε εξέταση το ερώτημα αν η τετραετής διακυβέρνηση οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα σε μια κατάσταση θεσμοποίησης ή ρουτινοποίησης. Τέλος θα παρουσιαστεί μια νέα έννοια, η έννοια του τσιπραϊσμού, με σκοπό ακριβώς την αποτύπωση της ηγεσίας του Αλέξη Τσίπρα.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν την ανάλυση παραθέτοντας κάποιους διαφωτιστικούς ορισμούς του λαϊκισμού.

Ο λαός του ΣΥΡΙΖΑ

Αφού μιλήσαμε και παρουσιάσαμε συνοπτικά τους διάφορους ορισμούς και τις προσεγγίσεις για τον λαϊκισμό, ήρθε η στιγμή να αναφερθούμε στον τριπραϊκό λαϊκισμό. Εφόσον όμως πρόκειται να μιλήσουμε για λαϊκισμό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αναφερθούμε πρώτα στον λαό του ΣΥΡΙΖΑ.

Το πέρασμα του ΣΥΡΙΖΑ από την περιθωριακή κατάσταση συνασπισμού κομματιδίων και οργανώσεων της Αριστεράς σε ένα μαζικό κόμμα εξουσίας έγινε ακριβώς λόγω της αποδοχής της πρόκλησης για μια νέου τύπου αντιπροσώπευση (Stavrakakis & Katsambekis, 2014, p. 127).

Η οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας οδήγησε σε διάλυση και νέα αποκρυστάλλωση των κομματικών ταυτίσεων μιας μεγάλης μερίδας των ψηφοφόρων, σε μια μετάβαση δηλαδή από τις προηγούμενες πολιτικές και κομματικές ταυτότητες σε μια πιο ρευστή κατάσταση. Αυτή η αποσύνθεση του πολιτικού τοπίου δημιουργούσε δυνητικά την ευκαιρία, την ζήτηση, για την ανάδυση μιας νέας πολιτικής ταυτότητας. Με άλλα λόγια, το κοινωνικό κίνημα ενάντια στο μνημόνιο μπορούσε να μετατραπεί από μια μη θεσμοποιημένη συλλογική δράση σε πρόγραμμα αριστερής διακυβέρνησης, ισχυροποίησης και επανανοηματοδότησης της λαϊκής κυριαρχίας με όχημα τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η ζήτηση για λαϊκισμό εκδηλώνεται υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Στην Ελλάδα υπήρξαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι τα πολιτικά κόμματα και οι κυβερνήσεις δεν τους ακούν και αγνοούν τα αιτήματα τους, μεγαλώνει η πιθανότητα να ενεργοποιηθεί ο λαϊκισμός, τουλάχιστον στα τμήματα του εκλογικού σώματος, που αισθάνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί από το κατεστημένο (Mudde & Kaltwasser, 2017, p.145). Ταυτόχρονα τα σκάνδαλα διαφθοράς (βλ. Άκης Τσοχατζόπουλος- Γιάννος Παπαντωνίου, Novartis κλπ) δείχνουν ότι άτομα και ομάδες της «ελίτ» εκμεταλλεύθηκαν τα σοβαρά προβλήματα λειτουργίας του κράτους (το οποίο οι ίδιοι διαχειρίζονταν) και, από πλεονεκτική θέση, συμπεριφέρθηκαν με τρόπο ανέντιμο και πολλές φορές σε βάρος των πολιτών. Αυτό έκανε τους ανθρώπους να θυμώσουν με την πολιτική κατάσταση και να γίνουν επιρρεπείς στο να ερμηνεύσουν την πολιτική πραγματικότητα μέσα από τον «φακό του λαϊκισμού» (Mudde & Kaltwasser, 2017, p.144).

Όταν λοιπόν οι ηγεμονικές πολιτικές δυνάμεις αδυνατούν να διαχειριστούν τις κοινωνικές διαιρέσεις, να ικανοποιήσουν τα κοινωνικά αιτήματα με αποτέλεσμα πολλές φορές να παράγεται η αδικία, ο αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση, τότε είναι αναμενόμενο ότι το δυναμικό διαμαρτυρίας και οργής, που συσσωρεύεται, θα αναζητήσει κάποια πολιτική έκφραση (Σταυρακάκης, 2019, σελ.15).

Το κύριο σλόγκαν του ΣΥΡΙΖΑ για τις εκλογές του Μαΐου του 2012, του λεγόμενου εκλογικού σεισμού, ήταν: αποφάσισαν χωρίς εμάς, προχωράμε χωρίς αυτούς. Αυτό το σλόγκαν, μαζί με αρκετά άλλα (ή εμείς ή αυτοί), είχαν ως σκοπό να εκφράσουν τα λαϊκά αισθήματα εκνευρισμού, απογοήτευσης και θυμού απέναντι στην σκληρή λιτότητα και την ίδια στιγμή στόχευε να δείξει τον εναλλακτικό δρόμο της ελπίδας του λαού για κάτι καλύτερο, κάτι καινούργιο, κάτι εναλλακτικό (Stavrakakis & Katsambekis, 2014, p. 129). Με αυτόν τον τρόπο ενώθηκαν με μια αλυσίδα ισοδυναμίας (chains of equivalence) τελείως διαφορετικοί άνθρωποι, ταυτότητες, συμφέροντα, ιδεολογίες εγκαθιδρύοντας και επιδεικνύοντας τον κοινό εχθρό.

Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, ο κοινωνικός χώρος χωρίστηκε σε δύο ομοιογενείς ομάδες: «αυτούς» (το «διεφθαρμένο σύστημα», τους «προνομιούχους», «τους από πάνω») και «εμάς» (τον «αγνό και καταπιεσμένο λαό», τους «μη προνομιούχους», «τους από κάτω»).

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, ως εκφραστής της λαϊκής οργής και διαμαρτυρίας, μπορούσε να ταυτιστεί και να αναπτύξει ένα πλαίσιο-ορισμό μιας νέας κοινωνίας, ενός νέου πολιτικού προσωπικού, ενός νέου κράτους, μιας νέας κοινής ταυτότητας (άρα και ενός κοινού εχθρού), ενός νέου ομογενοιοποιημένου υποκειμένου, του καταπιεσμένου λαού. Αυτή η συνάντηση των βουλήσεων των «πάνω» (ελίτ-παλαιοκομματισμός) και των «κάτω» (λαός) εδράζεται πάνω σε ένα νέο εξουσιαστικό μοντέλο, πάνω στην ανάδυση μιας νέας αυθεντίας, της οποίας βασικός ρόλος είναι να αποδώσει νέα ταυτότητα στο ακροατήριο της (Πανταζόπουλος, 2011Α, σελ. 461). Αυτή η νέα αυθεντία είναι ο χαρισματικός προνοιακός ηγέτης-σωτήρας.

Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίαζε τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον πολλαπλασιαστή της λαϊκής δύναμης, της λαϊκής κυριαρχίας μέσω μιας διαλεκτικής σχέσης των δύο (του ΣΥΡΙΖΑ και του λαού) (Stavrakakis & Katsambekis, 2014, p. 128). Αυτός ο λαός, ο λαός δηλαδή που ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας θέλουν να εκπροσωπήσουν, δεν είναι πλέον ούτε απλά η νεολαία ούτε η κοινωνία γενικά, όπως διακρίνουμε στον πολιτικό λόγο τους τα προηγούμενα -προ του 2012- χρόνια. Όλα αυτά τα προγενέστερα σύμβολα του ΣΥΡΙΖΑ εντάχθηκαν κάτω από την υπερβατική έννοια των μη προνομιούχων, μια ταυτότητα που μόνο καινούργια δεν είναι.

Το «μη προνομιούχοι» αποτελεί έκφραση που χρησιμοποιούσε το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου, κατά την περίοδο της λαϊκιστικής ηγεμονίας τους, για να εκφράσουν το σύνολο του ελληνικού λαού που καταπιεζόταν από την εγχώρια ολιγαρχία, τα εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας και τα όργανα τους, στο πλαίσιο της αντιδεξιάς κινητοποίησης. Σε επίπεδο πολιτικών παρατάξεων, οι λεγόμενες Δεξιές δυνάμεις του πολιτικού συστήματος ταυτίζονταν με τις ελίτ, το βαθύ κατεστημένο, τα ολιγαρχικά κέντρα εξουσίας και τις μειοψηφίες των προνομιούχων. Αντιθέτως, οι αντι-Δεξιές πολιτικές δυνάμεις εναντιώνονταν σε αυτό το εξωθεσμικό και αντιδημοκρατικό σύστημα και υπερασπίζονταν την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία στα πλαίσια μιας μεταϋλιστικής κοινωνικής πραγματικότητας εναντίον των ελίτ και των ξένων δυνάμεων.

Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, του ΣΥΡΙΖΑ και της ταυτότητας των «μη προνομιούχων», κατά την περίοδο της δημοσιονομικής προσαρμογής, οι όροι δεν διαφέρουν πάρα πολύ. Αλλάζει μόνο το πλαίσιο. Με άλλα λόγια, στην περίοδο στην οποία αναφερόμαστε τα εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας δεν είναι οι πολιτικές ελίτ, η Δεξιά, οι Αμερικανοί ή ο Βασιλιάς όπως ήταν το 1960 και το 1980, αλλά το «βαθύ κράτος των Βρυξελλών», η «τρόικα» και τα θεσμικά της όργανα, η εγχώρια πολιτική και οικονομική ολιγαρχία, «που τρώει το μεδούλι του λαού», η διαφθορά και η λιτότητα. Προβάλλεται με αυτόν τον τρόπο, μια μανιχαϊστική διαίρεση ανάμεσα σε διάφορα ολιγαρχικά κέντρα εξουσίας, είτε εντός είτε εκτός της χώρας, και στον καταπιεσμένο λαό.

Αυτή η άνιση σύγκρουση παράγει μια καταπιεστική τάξη πραγμάτων, μια κανονικότητα, που πρέπει να ανατραπεί. Ο σωτήριος αυτός σκοπός, η ανατροπή, προσωποποιείται και αποτυπώνεται σε μια υπερβατική, πολεμικού τύπου, εξωτερική (από τις ελίτ) δύναμη, τον ηγέτη.

Advertisement

Αυτή η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα δεν έχει αλλάξει από τότε. Είναι διαχρονική και, πλέον, στοιχείο της ταυτότητας τους. Τότε ο κοινός εχθρός του λαού ήταν η τρόικα, η λιτότητα και πολιτικές δυνάμεις που την στήριζαν. Τώρα αυτός ο κοινός εχθρός δεν είναι πια τόσο επιφανειακός. Ο κοινός εχθρός, σύμφωνα με τον «τσιπραϊκό λαϊκισμό», είναι το κατεστημένο με όλη την έννοια του όρου, δηλαδή οι πολιτικές και κομματικές ελίτ, τα δίκτυα εξουσίας εντός της δικαιοσύνης και εντός των μέσω ενημέρωσης, τα επιχειρηματικά συμφέροντα, που όλα μαζί συγκροτούν μια διευρυμένη ιδιότυπη ελίτ.

Ακόμα και μετά την υπογραφή του μνημονίου και τον συμβιβασμό του 2015, το λαϊκό υποκείμενο που απευθύνεται ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει το ίδιο. Είναι οι μη προνομιούχοι. Είναι εκείνοι για τους οποίους το αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου αποτελούσε απόφαση ζωής. Είναι εκείνοι που πρέπει να αισθανθούν την δίκαιη ανάπτυξη που μπορεί να φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι εκείνοι που σε αντίθεση με άλλες κοινωνικές ομάδες (ελίτ, ολιγαρχία, «…δέκα οικογένειες, που για χρόνια λυμαίνονται τις δυνατότητες αυτής της χώρας…»[1]), μάτωσαν κατά την διάρκεια τις κρίσης και που τώρα, στην μεταμνημονιακή εποχή, που με τις δικές τους θυσίες έφτασε η ελληνική οικονομία, πρέπει να δουν το ξέφωτο. Αυτός ο λαός έρχεται σε πλήρη αντίθεση και σύγκρουση με την ολιγαρχία των ΜΜΕ, των επιχειρηματικών συμφερόντων και του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος που, σύμφωνα με τον Αλέξη Τσίπρα, τρώνε το μεδούλι του λαού, συγκαλύπτουν την αλήθεια, αναπτύσσουν την άθλια πατριδοκαπηλία και κερδοσκοπούν σε βάρος της χώρας.

Χαρισματικός ηγέτης. Χαρισματικό κόμμα;

Ενάντια σε αυτήν την ολιγαρχία στέκεται ηρωϊκά ο λαός μέσω της προσωποποίησης (vox populi) του, του χαρισματικού, λαϊκιστή, μυθοποιημένου, σωτήρα ηγέτη και του κόμματος/οργάνωσης που τον περιβάλλει. Ο ηγέτης εγκαθιδρύει μια απόσταση ανάμεσα στο ακροατήριο, τον λαό, και την ελίτ. Και αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Είναι «εμείς» ή/και «αυτοί» και η απόσταση που χωρίζει αυτούς τους δύο είναι μεγάλη. Αποτελεί μια εξωτερικότητα, καθώς μόνο έτσι παράγει νομιμότητα. Με άλλα λόγια, δεν αποτελεί τίποτα άλλο από μια ριζοσπαστική απόσπαση, ένα συναισθηματικό και διανοητικό ξερίζωμα, χρησιμοποιώντας τις λέξεις του Α.Πανταζόπουλου (2011Α, σελ. 462). Με την έννοια αυτή, λοιπόν, ο λαϊκιστής ηγέτης έρχεται απ’έξω, δεν είναι περιθωριακός, αλλά άμωμος, άσπιλος, αμέτοχος και ως τέτοιος νομιμοποιείται να καταδικάζει, να αναθεματίζει, να επαγγέλλεται.

Αυτή η εξωτερικότητα τον καθιστά μάλιστα ήρωα, από μηχανής Θεό και χαρισματικό.

Στον τσιπραϊκό λαϊκισμό περίοπτη θέση κατέχει το ζήτημα της χαρισματικής ηγεσίας. Σύμφωνα με τον Βέμπερ χαρισματική ηγεσία είναι η εξουσία της «χάρης»/του χαρίσματος. Είναι η λατρεία και εμπιστοσύνη απευθείας στο πρόσωπο, στην ικανότητα, στον ηρωϊσμό και στην ποιότητα της προσωπικής ηγεσίας. Η χαρισματική ηγεσία, κατά τον Βέμπερ, αναπτύσσεται ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, όταν ο λαός ψάχνει καταφύγιο στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ατόμων, συνήθως πολιτικών outsiders, και όχι τόσο στις παραδοσιακές πηγές εξουσίας και νομιμοποίησης, στα έθιμα και στον νόμο (Mudde & Kaltwasser, 2014, p. 382).

Είναι εμφανές και εύλογο ότι η θεωρία του Βέμπερ για την χαρισματική ηγεσία έχει επηρεάσει έντονα την έρευνα για το λαϊκιστικό φαινόμενο, γεγονός ωστόσο που δεν αναγνωρίζεται πάντα ρητά (Mudde & Kaltwasser, 2014, p. 382). Η ύπαρξη χαρισματικών ηγετών είναι ιδιαίτερα σημαντική για την εκλογική επιτυχία των λαϊκιστικών κομμάτων, με αποτέλεσμα πολλές φορές να γίνεται λόγος για φαινόμενα, όπως στην χώρα μας ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ωστόσο πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι για αυτό που η αυστηρή βεμπερική ερμηνεία και τυπολογία όρισε ως προσωπικό δεσμό ηγέτη-ακολούθων; Δηλαδή πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι για παράδειγμα οι ψηφοφόροι (ο λαός) ταυτίστηκε με τον Αλέξη Τσίπρα και δεν στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ λόγω της γενικότερης ιδεολογίας του;

Μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα μπορούσε να είναι το επιχείρημα της «θεσμοποίησης του χαρίσματος», σύμφωνα με το οποίο η χαρισματική ηγεσία θεσμοποιείται μέσα στα πολιτικά κόμματα, δημιουργώντας χαρισματικά πολιτικά κόμματα (Mudde & Kaltwasser, 2014, p. 383).

Σε ποιο βαθμό, στην δική μας περίπτωση, το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι χαρισματικός ηγέτης, εφόσον ως τέτοιος γίνεται αντιληπτός, καθιστά τον ΣΥΡΙΖΑ ένα χαρισματικό κόμμα, και άρα ένα όχημα για την άμεση σχέση του λαού και του ηγέτη του;

Αρχικά, ο εξέχον ρόλος που κατέχει ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία εντός του κόμματος είναι δεδομένος και τα περιστατικά λατρείας (βλ. παρακάτω) και φυσικότητας στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα ποικίλουν τόσο από σημαίνοντα στελέχη (για παράδειγμα Σπίρτζης, Πολάκης, Δραγασάκης κλπ) του κόμματος όσο και από απλά μέλη (ιδιαίτερα μέσω των social media αν ρίξουμε μια ματιά στο πλήθος ομάδων «λατρείας» στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα).

Εικόνα 1
Εικόνα 2

Εικόνα 1. Πηγή: https://www.iefimerida.gr/politiki/spirtzi-kybernosa-aristera-horis-tsipra

Εικόνα 3

Εικόνα 2. Πηγή: https://www.iefimerida.gr/politiki/dragasakis-adiafilonikitos-igetis-syriza-tsipras

Εικόνα 3. Πηγή: https://www.protothema.gr/politics/article/1051552/suriza-nea-pura-polaki-kata-tsakalotou-me-fodo-ton-tsipra-omada-horis-arhigo-einai-miden/

Εικόνα 4
Εικόνα 5
Εικόνα 6

Εικόνα 4. Πηγή: https://www.thetoc.gr/politiki/article/spirtzis-sto-rantar-eimai-alexis-tsipras-mexri-to-medouli/

Εικόνα 5. Πηγή: https://www.avgi.gr/politiki/318658_alexis-tsipras-o-fysikos-igetis-tis-parataxis

Εικόνα 6. Πηγή: Facebook

Με άλλα λόγια, στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα συγκεντρώνονται έννοιες (προοδευτική παράταξη, ελπίδα, νίκη  κυβερνώσα Αριστερά κλπ), καθαρά πολιτικές, που εμπνέουν τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και κινητοποιούν τους ψηφοφόρους. Μάλιστα, ουκ ολίγες φορές έχουμε γίνει μάρτυρες μεγάλης αντίδρασης εντός του κόμματος όταν κάποιο στέλεχος (πχ Σκουρλέτης, Τσακαλώτος) υπονοεί (ούτε καν δηλώνει) διαφωνία με τον Πρόεδρο. Είναι εμφανές, με αυτόν τον τρόπο, ότι οι ψηφοφόροι και τα στελέχη του κόμματος συνδέονται προσωπικά με τον Πρόεδρο με αισθήματα προσωπικής αφοσίωσης, πίστης και πειθαρχίας.

Ένα κόμμα λοιπόν που έχει επικεφαλή ένα τέτοιο πολιτικό πρόσωπο, με μία τέτοιου είδους δομημένη σχέση ανάμεσα στην βάση και στη κορυφή, με την οποιαδήποτε διαμεσολάβηση να είναι απλώς τυπική, τι κόμμα είναι άραγε;

Για την ανάλυση λοιπόν αυτού του ιδιαίτερου τύπου κόμματος, θα επιστρατεύσουμε την έννοια του χαρισματικού κόμματος (όπως την έχει αναλύσει ο Angelo Panebianco και όπως μας πληροφορεί ο Τάκης Παππάς, 2008, 119-125).

Τα κύρια χαρακτηριστικά των χαρισματικών κομμάτων είναι:

Α) ότι αποτελούνται από ομάδες ανθρώπων (κομματικά στελέχη, οργανωμένα μέλη, οπαδούς, απλούς ψηφοφόρους), που συνδέονται με τον κομματικό ηγέτη με αισθήματα τυφλής πίστης, προσωπικής αφοσίωσης και πειθαρχίας.

Β) ότι παρουσιάζουν σχεδόν απόλυτη συγκέντρωση εξουσιών στα χέρια του ηγέτη όπως, επίσης, και ενός στενού κύκλου έμπιστων προσώπων που σχηματίζεται γύρω από αυτόν.

Γ) ότι στερούνται σαφώς καθορισμένων ιδεολογικών καταστατικών αρχών, καθώς επίσης και κεντρικά συγκροτημένης οργάνωσης.

Και το ερώτημα που τίθεται, αυτομάτως, τώρα είναι: τηρεί αυτά τα χαρακτηριστικά ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία;

συνέχεια εδώ (Μέρος 2ο)


[1] Ομιλία στο Σύνταγμα για τις Εθνικές Εκλογές του 2019

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Και εγένετο Τσιπραϊσμός! (μέρος 2ο)

Συνέχεια πρώτου μέρους… Πρώτο, λοιπόν, χαρακτηριστικό είναι η ύπαρξη ενός ισχυρού ηγέτη, ο ρόλος του οποίου στην κορυφή του κόμματος δεν αμφισβητείται και ταυτόχρονα είναι καθοριστικός για την λειτουργία του κόμματος. Αυτή η σχέση πίστης στον ηγέτη, φυσικά δεν σημαίνει την απουσία εσωκομματικής αντιπολίτευσης ή εσωκομματικών διαιρέσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, […]

Κάνε εγγραφή