Και εγένετο Τσιπραϊσμός! (μέρος 2ο)

Φώτης Κυζάκης

Συνέχεια πρώτου μέρους…

Πρώτο, λοιπόν, χαρακτηριστικό είναι η ύπαρξη ενός ισχυρού ηγέτη, ο ρόλος του οποίου στην κορυφή του κόμματος δεν αμφισβητείται και ταυτόχρονα είναι καθοριστικός για την λειτουργία του κόμματος. Αυτή η σχέση πίστης στον ηγέτη, φυσικά δεν σημαίνει την απουσία εσωκομματικής αντιπολίτευσης ή εσωκομματικών διαιρέσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, ένα κόμμα που ξεκίνησε ως εκλογική συμμαχία, μετά απέκτησε ενιαία μορφή, έπειτα ξανασυστήθηκε ως εκλογική συμμαχία και τελικά ενιαίο κόμμα ξανά, ως, με άλλα λόγια, ένα κόμμα εν κινήσει, χαρακτηρίζεται από εσωτερικές διαιρέσεις. Η σημαντικότερη αυτών είναι η διαίρεση ανάμεσα σε προεδρικούς και 53+. Δεν έχουν λείψει φορές, μάλιστα, που αυτή η διαίρεση έλαβε την μορφή δημόσιας σύγκρουσης με άρθρα, παρεμβάσεις ή πρωτοβουλίες. Μέσα σε αυτό το κλίμα ωστόσο, όπως ακριβώς και στο ΠΑΣΟΚ του Α.Παπανδρέου, κυριαρχεί η διαδεδομένη αντίληψη ότι μόνον ο Πρόεδρος είναι ικανός να συγκεράσει τις αντιτιθέμενες τάσεις και να κρατήσει το κόμμα ενωμένο (Παππάς, 2008, σελ. 121).

Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η συγκέντρωση της εξουσίας. Μπορεί καταστατικά κάτι τέτοιο, στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, να μην ισχύει, δηλαδή να μην ορίζεται κάπου ότι αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάτο, αλλά στην πράξη και στην ουσία, ο λόγος του Αλέξη Τσίπρα έχει ιδιαίτερο νόημα και βαρύτητα. Κάθε παρέμβαση που κάνει, κάθε ιδιαίτερη λέξη ή φράση που ενδέχεται να χρησιμοποιήσει, υιοθετείται από την βάση του κόμματος, τα μέλη και τους φίλους, ως φράση με μυθικές διαστάσεις. Δεν είναι όμως μόνο ο λόγος του. Όλες οι σημαντικές αποφάσεις παίρνονται από τον ίδιο, και αν χρειάζονται επικύρωση από κάποιο όργανο, είναι δεδομένο ότι θα εγκριθούν (αντίθετη περίπτωση δεν προβλέπεται- όπως για παράδειγμα στο δεύτερο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ το 2016, που επαναλήφθηκε μια ψηφοφορία για την σύνθεση της Κεντρικής Επιτροπής, επειδή δεν πέρασε η προεδρική πρόταση). Την ίδια στιγμή, γύρω από τον πρόεδρο σχηματίζεται μια κλειστή ομάδα, οι προεδρικοί (χαρακτηρισμός που θυμίζει τον στενό πυρήνα του Ανδρέα Παπανδρέου), που ουσιαστικά είναι βασικοί συνομιλητές και συνεργάτες του Προέδρου. Αυτός ο κλειστός κύκλος συχνά αποκτά ημιθεσμικό χαρακτήρα (πρωϊνός καφές), λαμβάνει δηλαδή άτυπα αποφάσεις που καθορίζουν την «προεδρική γραμμή». Με αυτήν την λογική, ωστόσο, μπορούμε να θεωρήσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ ένα αντιδημοκρατικό κόμμα; Η απάντηση στην ερώτηση αυτή έρχεται με μια άλλη ερώτηση: θα έλεγε κανένας το ΠΑΣΟΚ κόμμα αντιδημοκρατικό; Όχι βέβαια. Αυτά τα κόμματα είναι χαρισματικά. Οι ηγέτες τους δεν έχουν ανάγκη από μεσολαβήσεις, ακριβώς επειδή η νομιμοποίηση τους έρχεται απευθείας από την βάση. Αυτό αποτελεί απλά μια άλλη όψη της δημοκρατικής οργάνωσης ενός κόμματος.

Τρίτο χαρακτηριστικό των χαρισματικών κομμάτων είναι η απουσία καθορισμένων καταστατικών αρχών και η ατροφική ανάπτυξη μιας γραφειοκρατικής οργάνωσης. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Και δεν ισχύει διότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ιδρύθηκε από τον Αλέξη Τσίπρα, άσχετα αν η προσωπικότητα του και η συγκυρία ήταν οι βασικότεροι λόγοι ανόδου του. Ο ΣΥΡΙΖΑ (ή Συνασπισμός) είναι ένα κόμμα με μεγάλη ιστορία που φτάνει ως το ΚΚΕ εσωτερικού. Είναι ένα κόμμα με αρχές και έντονο ιστορικό υπόβαθρο. Υπάρχει όμως μια ιδιαιτερότητα: υπάρχει η διαφορά του θεσμικού/καταστατικού κόμματος και του πραγματικού κόμματος. Στην ανάλυση ονομάζουμε θεσμικό/καταστατικό κόμμα το κόμμα και τις διαδικασίες του όπως ορίζονται από το καταστατικό του, και πραγματικό κόμμα, την σχέση την οποία έχουν τα μέλη και οι ψηφοφόροι του με το κόμμα, τις θέσεις και, τελικά, την νομιμοποίηση που του δίνουν. Καταστατικά, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία είναι ένα κόμμα με συγκεκριμένα όργανα, ανώτερο των οποίων είναι το Συνέδριο και έπειτα η Κεντρική Επιτροπή που παίρνει τις αποφάσεις. Στην πραγματικότητα όμως, όπως εξελίσσεται, αποτελεί ένα κόμμα που η νομιμοποίηση πηγάζει αποκλειστικά από το πρόσωπο του αρχηγού, την λατρεία και τον ηρωϊσμό που συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του, το οποίο αποτελεί συνάμα και το πρόσωπο του κόμματος. Η εξουσία σε πρόσωπα είναι δοτή και προσωπική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα. Τα καλέσματα για δημοκρατική συστράτευση είναι καθαρά προσωπικά (βλ. παρακάτω), ενώ ακόμα και η προεκλογική κινητοποίηση γίνεται με συσπειρωτικό εργαλείο το πρόσωπο του Προέδρου (βλ. παρακάτω). Οπότε ναι, μπορεί να υπάρχουν όργανα που τυπικά έστω λαμβάνουν τις αποφάσεις, την επιρροή όμως και την πραγματική εξουσία έχει ο Πρόεδρος.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό των χαρισματικών κομμάτων, συνδυαστικά με τα παραπάνω, σύμφωνα με τους Pedahzur & Bricta (2002, 32-33), πάλι με επίκληση του Panebianco, είναι ότι ανέξαρτητα από τον ιδεολογικό προσανατολισμό του χαρισματικού κόμματος, η επαναστατική φύση του χαρίσματος, που είναι πάντα ενάντια στο πολιτικό και κοινωνικό status quo, εξηγεί την αντι-κομματική/αντι-ελίτ τοποθέτηση του κόμματος. Με άλλα λόγια, η επαναστατική φύση του χαρίσματος του ηγέτη καθιστά το χαρισματικό κόμμα ένα πρωτίστως λαϊκιστικό κόμμα.

Εικόνα 7. Πηγή: Εξώφυλλο ΑΥΓΗ 29/9/2019

Εικόνα 8. Πηγή: Σποτ ΣΥΡΙΖΑ για τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015

Κυβέρνηση. Θεσμοποίηση και ρουτινοποίηση;

Η επαφή του ΣΥΡΙΖΑ με την κυβέρνηση, τελικά, οδήγησε σε μια ιδιαίτερου τύπου θεσμοποίηση (institutionalization); Το χαρισματικό κόμμα με άλλα λόγια έγινε θεσμικό κόμμα (institutionalized party); Και τέλος, μπορούμε να μιλήσουμε για ρουτινοποίηση (routinization) του χαρίσματος του Αλέξη Τσίπρα;

Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, ακριβώς διότι μας παρουσιάζουν την εικόνα της ηγεσίας του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στην μετακυβερνητική εποχή.

Αρχικά, με τον όρο θεσμοποίηση πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας δύο προϋποθέσεις/δύο προεκτάσεις: την συστημικότητα (systemness) και την αυτονομία. Ενώ το ζήτημα της συστημικότητας, ως ο βαθμός εξάρτησης από του εγχώριους παράγοντες (Maor, 1997, p.72), δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα, για όσους προσδοκούν να μετρήσουν τον βαθμό θεσμοποίησης, η αυτονομία είναι μια δύσκολη έννοια. Σύμφωνα με τον Panebianco (όπως μια πληροφορούν οι Pedahzur & Bricta, 2002, 33), ένα θεσμικό κόμμα απολαμβάνει πλήρους αυτονομίας. Δεν πρέπει δηλαδή να είναι στενά συνδεδεμένο με πολιτικές οργανώσεις μέσα ή έξω από την χώρα. Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει αντιληπτό στο επίπεδο της διαχείρισης των οικονομικών του κόμματος, για παράδειγμα η χρηματοδότηση του βρετανικού Εργατικού Κόμματος γίνεται από τα Συνδικάτα (Maor, 1997, 72).

Βέβαια η ανάγκη για αυτονομία δεν περιορίζεται μόνο στις σχέσεις ανάμεσα στο κόμμα και στο περιβάλλον του. Το κόμμα αυτό με άλλα λόγια, για να αποκτήσει την αυτονομία του, πρέπει να αποσυνδεθεί/απεξαρτητοποιηθεί από τον χαρισματικό ηγέτη. Πως είναι δυνατόν όμως, ένα κόμμα που οφείλει την ύπαρξη του στο χάρισμα του ηγέτη του, να αποσυνδεθεί από αυτόν;

Για αυτό και πολλοί αναφέρουν το αντεπιχείρημα ότι η θέση του Panebianco επιτρέπει την ύπαρξη μιας εξαίρεσης, της δυνατότητας του χαρισματικού ηγέτη, πριν την ρουτινοποίηση του χαρίσματος, να δημιουργήσει μια συνεκτική ομάδα γύρω του, η οποία μέσω της συγκέντρωσης της εσωκομματικής εξουσίας δίνει την δυνατότητα στον ηγέτη να ελέγχει τις εσωκομματικές διαδικασίες (Maor, 1997, 74-75). Την ίδια στιγμή, ωστόσο, σύμφωνα με τους Pedahzur & Bricta (2002, 34), η προσέγγιση του Panebianco αγνοεί το ενδεχόμενο ο τρόπος οργάνωσης του χαρισματικού κόμματος να είναι εκλογικά επιτυχής, σύμφωνα και με τον ορισμό του κόμματος ως μια ομάδα που συμμετέχει σε εκλογες και είναι ικανή να εκλέξει αντιπροσώπους, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή μια θεσμοποίηση του. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα χαρισματικά κόμμα είναι μη θεσμικά κόμματα.

Ωστόσο, μια απάντηση στο παράδοξο έχει δοθεί από τον ίδιο τον Α. Panebianco. Σύμφωνα με αυτόν, τα κόμματα που στηρίζονται στο προσωπικό χάρισμα δεν μπορούν να θεσμοποιηθούν εως ότου επιτευχθεί η ρουτινοποίηση του χαρίσματος (routinization of charisma).

Με την έννοια ρουτινοποίηση του χαρίσματος ο Μαξ Βέμπερ αναφερόταν κυρίως στην μετάβαση από τον ιδεότυπο της χαρισματικής ηγεσίας/εξουσίας σε αυτόν της ορθολογικής ηγεσίας/εξουσίας. Το χάρισμα, με άλλα λόγια, δεν είναι σταθερό και δεν διαρκεί για πάντα, εκτός αν σχετίζεται με την παράδοση (Schnepel, 1987, 34-35). Κάποια χρονική στιγμή, ορθολογικοποιείται (rationalized) και καθημερινοποιείται (every-day-ification). Γίνεται μια συνήθεια, ένα καθημερινό φαινόμενο. Όταν η «παλίρροια», που οδήγησε μια ομάδα (ανθρώπων), κατευθυνόμενη από μια χαρισματική ηγεσία, έξω από την καθημερινότητα , ξεφουσκώνει (flows back) και επιστρέφει πίσω στην καθημερινή ρουτίνα, τουλάχιστον η καθαρή δομή της χαρισματικής κυριαρχίας παρακμάζει και μετατρέπεται σε θεσμό.

Τα κίνητρα, που θεμελιώνουν την ρουτινοποίηση του χαρίσματος, είναι τα ιδανικά και τα υλικά συμφέροντα των οπαδών στην διατήρηση και την συνεχή επανενεργοποίηση της κοινωνίας (Schnepel, 1987, p. 35). Ουσιαστικά η ρουτινοποίηση του χαρίσματος δεν συνεπάγεται απώλεια του, αλλά την καθημερινοποίηση του. Με την ρουτινοποίηση, δηλαδή, δεν αποτελεί, πλέον ένα εξωπραγματικό φαινόμενο, που προκαλεί τον εντυπωσιασμό αλλά είναι μία καθημερινότητα. Οι ακόλουθοι του χαρισματικού ηγέτη, ενώ πριν «θαμπώνονταν» από την λάμψη του χαρίσματος, τώρα έχουν συνηθίσει. Σε αυτήν την διαδικασία, σημαντικό ρόλο παίζει το πάθος για ασφάλεια (striving for security). Η χαρισματική ηγεσία όντας εξ ορισμού μια λαϊκιστική ηγεσία, που αναπτύσσεται δηλαδή, όπως είδαμε παραπάνω, μέσα από την σύγκρουση του λαού και της ελίτ, όπου ο ηγέτης ως εξωτερικός καθαρκτικός παράγοντας έρχεται να «σώσει» και να οδηγήσει τον λαό, δημιουργεί μια διπλή σχέση ενάντιου: από την μία με την εξουσία και τους θεσμούς και από την άλλη με τις οικονομικές ελίτ. Όταν λοιπόν ρουτινοποιείται το χάρισμα, το αίσθημα για ασφάλεια μεταφράζεται ως αλλαγή αυτής της διπλής σχέσης: από την μία οι θέσεις εξουσίας νομιμοποιούνται, ενώ από την άλλη αποκτάται ένα κοινωνικό κύρος/αίγλη του χαρισματικού ηγέτη και τις ομάδας του μέσα από τα οικονομικά πλεονεκτήματα των θέσεων εξουσίας. Αυτή η κατάσταση ωστόσο (ειδικά το τελευταίο σκέλος της) έχει ως αποτέλεσμα η ρουτινοποίηση του χαρίσματος να συνοδεύεται από μια οικειοποίηση των οικονομικών πλεονεκτημάτων από την ομάδα του χαρισματικού ηγέτη, πράγμα που συνεπάγεται την μεταβολή του αντι-οικονομικού της χαρακτήρα και την προσκόλληση στις καθημερινές συνθήκες (Schnepel, 1987, p. 35), στην κανονικότητα. Έτσι η χαρισματική ηγεσία μετατρέπεται σε ένα καθημερινό και αιωνόβιο φαινόμενο, μέχρι τελικά την διατάραξη (ξανά) αυτής της καθημερινότητας (κρίσιμη καμπή).

Μιλώντας για την Ελλάδα, η κατάσταση είναι λίγο διαφορετική. Αρχικά, η αυτονομία των κομμάτων, όπως τουλάχιστον την εννόησε ο Panebianco, δεν ισχύει, διότι η χρηματοδότηση τους είναι κατά βάση κρατική. Η λογική πίσω από την κρατική χρηματοδότηση είναι ότι, ουσιαστικά, προστατεύει τα κόμματα από την εξάρτηση από ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα, που ενδέχεται να είναι επικίνδυνα για την πολιτική σταθερότητα, παγιώνει την ισότητα στον πολιτικό ανταγωνισμό και «βαθαίνει» την δημοκρατία.

Τελικά ωστόσο, σύμφωνα με τον Χριστόφορο Βερναρδάκη (2012, p. 13), η κρατική χρηματοδότηση όχι απλά δεν εμπόδισε τις σχέσεις ανάμεσα στα οικονομικά συμφέροντα και τα πολιτικά κόμματα αλλά αντιθέτως τις πολλαπλασίασε. Αυτό συνέβη για δύο λόγους: Πρώτον, η κρατική χρηματοδότηση, που αυξανόταν χρόνο με τον χρόνο, συνεχώς επεκτείνει τις λειτουργικές ανάγκες των κομμάτων έχοντας ως αποτέλεσμα συνεχώς η κρατική χρηματοδότηση να μην φτάνει και τα κόμματα να αναγκάζονται να στρέφονται προς τα ιδιωτικά συμφέροντα. Στο τέλος η κατάσταση φτάνει σε οξύμωρο: η εξάρτηση από τα κρατικά συμφέροντα αυξάνεται όπως ακριβώς αυξάνεται και η κρατική χρηματοδότηση.

Δεύτερον, η μετατροπή των κομμάτων σε αποκλειστικούς σχεδιαστές και δρώντες της δημόσιας (κρατικής) πολιτικής οδήγησε στην μετατροπή τους σε θεσμικούς μεσολαβητές (institutional mediators) ανάμεσα στο κράτος και τα οικονομικά συμφέροντα. Αυτή η κρίσιμη θέση (ο κρίσιμος ρόλος) των κομμάτων μέσα στο σύστημα εξουσίας, μέσα σε μια νεοφιλελεύθερη δομή, όπου οι πολιτικές για την μείωση (lessening) του κράτους και η επέκταση του ρόλου των αγορών έχουν κυριαρχήσει, κατέστησε τα κόμματα επίκεντρο της θεσμικής διαφθοράς.

Ωστόσο, η κρατική χρηματοδότηση έχει μια ακόμα ισχυρή επίπτωση, αυτήν την φορά στην δομή των κομμάτων και πιο συγκεκριμένα στην εσωκομματική δημοκρατία (Vernardakis, 2012, p. 13-14). Με την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης αυξήθηκε o συγκεντρωτισμός και εμφανίστηκαν τάσεις από τις κομματικές ελίτ εντός των κομμάτων για οικονομική αυτονομία (ruling class). Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η κρατική χρηματοδότηση κατευθύνεται μόνο προς την κορυφή, προς την ηγεσία των κομμάτων και δεν διαχέεται στην οργανωτική τους πυραμίδα, ενώ την ίδια στιγμή τα απλά μέλη δεν έχουν κάποιο δεδομένο δικαίωμα για τον έλεγχο των οικονομικών. Με αυτόν τον τρόπο, η κρατική χρηματοδότηση δεν «στηρίζει» τα κόμματα ως συλλογικούς οργανισμούς (collective organizations) αλλά ως γραφειοκρατικούς μηχανισμούς (bureaucratic mechanisms), κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι μία διαχειριστική-ιερατική γραφειοκρατία που σκέφτεται και δρα σαν ξεχωριστή και ανεξάρτητη ομάδα πίεσης/συμφερόντων. Με όχημα αυτήν την «νέα» γραφειοκρατική ελίτ, τα κόμματα (και ειδικά τα κόμματα εξουσίας) οδηγήθηκαν σε μια αποιδεολογικοποίηση με απουσία πολιτικού σχεδίου και χωρίς αποτελεσματικό κριτήριο για το δημόσιο συμφέρον (Vernardakis, 2012, p. 14).

Ο Χριστόφορος Βερναρδάκης (2012, p. 18-19), ύστερα από τα παραπάνω, χωρίζει τα κόμματα στην Ελλάδα με βάση την οργανωτική και πολιτική τους δομή, σε δύο κατηγορίες: τα κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) και τα κόμματα της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΣΥΝ). Οι δυο αυτές κατηγορίες μοιράζονται στο εσωτερικό τους κοινά δομικά χαρακτηριστικά. Από την μία, ξεκινώντας από τα κόμματα εξουσίας, είναι πανομοιότυπα σε τρία σημεία:

Α) Και τα δύο κόμματα έχουν (είχαν) υιοθετήσει την ίδια οργανωτική πολιτική της ενισχυμένης αυτονομίας της κορυφής, της ηγεσίας, και την ίδια στιγμή έχουν θεσμοποιήσει την απευθείας εκλογή του Προέδρου από τα μέλη.

Β) Και τα δύο κόμματα έχουν εξαιρετικά ισχυρή αλληλεπίδραση με το κράτος (κόμματα καρτέλ)

Γ) Και τα δύο κόμματα είναι εξαρτημένα τόσο από την κρατική χρηματοδότηση όσο και από τα ιδιωτικά συμφέροντα, κυρίως τις τράπεζες, χαρακτηρίζοντας ρητορικό το ερώτημα πως είναι δυνατόν να μπορέσουν να ασκήσουν τέτοια πολιτική που θα περιορίσει και θα ελέγξει την ανευθυνότητα των τραπεζών.

Από την άλλη, τα κόμματα της Αριστεράς διαφέρουν στα πιο πολλά σημεία με τα κόμματα εξουσίας. Αρχικά σχετικά με το πρώτο σημείο, την οργανωτική πολιτική, δεν έχουν εγκαταλείψει την έννοια του κόμματος ως φορέα εκπροσώπησης των κοινωνικών συμφερόντων και δεν έχουν υποκύψει στον μεταμοντέρνο τύπο του ανοικτού κόμματος ή του κόμματος-δίκτυο. Φυσικά γραφειοκρατικός μηχανισμός υφίσταται ακόμα και ειδικά στην περίπτωση του ΚΚΕ είναι ιδιαίτερα «βαρύς» και συγκεντρωτικός, μιλώντας ωστόσο για τον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ (πριν την διακυβέρνηση) μπορούμε να πούμε ότι χαρακτηρίζεται από μια σκληρή κουλτούρα οργανωτικού φιλελευθερισμού που αποδίδει στο κόμμα μια οντότητα χωρίς πειθαρχία, που ηγεμονεύουν συχνά οι προσωπικές στρατηγικές. Την ίδια στιγμή, διαφέρουν και ως προς το δεύτερο χαρακτηριστικό, την σχέση δηλαδή με το κράτος και τις δομές του, δεν είναι δηλαδή κόμματα καρτέλ, ενώ σχετικά με το τρίτο χαρακτηριστικό υπάρχει μια ξεκάθαρη ταύτιση καθώς η κοινωνική αυτονομία όλων των κομμάτων, λόγω της ιδιαιτερότητας της χρηματοδότηση τους, είναι περιορισμένη. Είναι δύσκολο λοιπόν, να αποδώσουμε τον χαρακτηρισμό θεσμικά στα ελληνικά πολιτικά κόμματα. Μπορεί δηλαδή τα κόμματα αυτά να είναι συστημικά, να εξαρτώνται δηλαδή από εγχώριους παράγοντες, η εξάρτηση αυτή όμως γίνεται εις βάρος της αυτονομίας τους, ιδιαίτερα στο επίπεδο της χρηματοδότησης. Αντιθέτως ο όρος κόμματα καρτέλ είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Μιλώντας για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ιδιαίτερα μετά την τετραετία της διακυβέρνησης, δεν μπορούμε να πούμε ότι θεσμοποιείται, ούτε ωστόσο μπορούμε να πούμε ότι δεν θεσμοποιείται. Το κόμμα της νυν αξιωματικής αντιπολίτευσης βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη μεταβατική φάση, η οποία σχετίζεται με τον ηγέτη της.

Στην ερώτηση αν το χάρισμα του Αλέξη Τσίπρα ρουτινοποιείται, η απάντηση είναι και ναι και όχι. Μπορεί να διετέλεσε πρωθυπουργός στα πλαίσια διάψευσης της λαϊκιστικής υπόσχεσης, όπως έγραψε ο Cas Mudde, αλλά το λαϊκιστικό του προφίλ παρέμεινε, επιβίωσε υπό μια νέα μορφή. Μπορεί ο λόγος του και το προφίλ του να σηκώνουν, πλέον, το βάρος μιας ολόκληρης τετραετίας πλήρους διακυβέρνησης, με ορθά και τα στραβά της, μπορεί η μονοδιαστατικότητα του λόγου να έχει δώσει την θέση της στην πολυδιάστατη ρητορική, αλλά ο τσιπραϊκός λαϊκισμός παραμένει, η σχέση του ηγέτη με την βάση είναι ακόμα πολύ ισχυρή.

Με την ύπαρξη πιεστικών, από την βάση, ζητημάτων όπως η διεύρυνση, η ανάγκη πρωτοβουλιών απευθείας από τον Πρόεδρο, ο εκνευρισμός των μελών για την κομματική βραδυκίνητη γραφειοκρατίαή ακόμα και με το αίτημα για άμεση εκλογή Προέδρου από την βάση του κόμματος, γίνεται φανερό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ανάμεσα στις δύο κατηγορίες που παρουσιάστηκαν παραπάνω. Από την μία, προσπαθεί να αποφύγει «τον εφιάλτη της καρτελοποίησης», ύστερα από 4,5 χρόνια διακυβέρνησης, ενώ από την άλλη, προσπαθεί να διατηρήσει τον οργανωτικό του φιλελευθερισμό και την άναρχη εσωκομματική δημοκρατία των προσωπικών στρατηγικών της εποχής πριν την κυβέρνηση, ενώ με τον καιρό διατυπώνονται αιτήματα αυτονόμησης της ηγεσίας του. Είναι ουσιαστικά μια σύγκρουση του παρελθόντος και του μέλλοντος του κόμματος μέσα από την εσωστρέφεια του παρόντος. Με μία φράση: ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία βρίσκεται στην μετάβαση προς τον τσιπραϊσμό.

Τσιπραϊσμός: η χαρισματική ηγεσία της λαϊκιστικής αμεσότητας

Με τον όρο τσιπραϊσμός εννοούμαι ακριβώς δύο έννοιες και τέσσερις λέξεις: χαρισματική ηγεσία και λαϊκιστική αμεσότητα. Αυτές οι έννοιες δομούνται συνδυαστικά γύρω από έναν κοινό σοσιαλιστικό χαρακτήρα.

Για την χαρισματική ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα αλλά και για την νομιμοποίηση της ως τέτοιας μέσα στο κόμμα έχουμε ήδη μιλήσει. Ας αναλύσουμε τώρα, υπό ενιαία μορφή, την έννοια της λαϊκιστικής αμεσότητας.

Η λαϊκιστική αμεσότητα είναι κυρίως ζήτημα κινητοποίησης (Mudde & Kaltwasser, 2017, σελ. 68), και από την πλευρά ενός καθαρού κοινωνιολαϊκισμού είναι η ενσωμάτωση των μαζικών κοινωνικών αιτημάτων με στόχο την ένταξη των μαζών στην πολιτική (Πανταζόπουλος, 2011Β, σελ. 50). Η ένταξη (ή μάλλον επανένταξη) των μαζών στην πολιτική προϋποθέτει μια προηγούμενη απουσία τους από αυτήν. Η διαδικασία λοιπόν της ένταξης γίνεται μέσω του ηγέτη. Ο ηγέτης, ως προσωποποίηση του λαού (Mudde &Kaltwasser, 2017, σελ. 70), αδιάφθορος όπως ο λαός, γίνεται όχημα της επανασύνδεσης των μαζών με την πολιτική. Γίνεται η φωνή του λαού. Αυτή η επανασύνδεση πραγματοποιείται μάλιστα χωρίς μεσάζοντες (κόμματα ή άλλους θεσμούς), άμεσα, ακριβώς για να διαφυλαχθεί η καθαρότητα και η ηθικότητα της προσωποποίησης, του συμβόλου του ηγέτη ως vox populi.

Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, η λαϊκιστική αμεσότητα έχει εφαρμογή. Από το αίτημα για την άμεση εκλογή Προέδρου και άρα την αυτονόμηση του από την κομματική γραφειοκρατία μέσω της προσωπικής νομιμοποίησης του, μέχρι τις αφίσες και τα προεκλογικά συνθήματα, ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει αποκτήσει μια προσωπική σχέση με την βάση του κόμματος.

Ο τσιπραϊσμός ωστόσο εκτός από την χαρισματική ηγεσία της λαϊκιστικής αμεσότητας εμπεριέχει κάποια ακόμα χαρακτηριστικά, τα οποία θα δούμε παρακάτω.

Α) Λατινοαμερικανική παράδοση και σοσιαλισμός του 21ου αιώνα

Αρχικά, έχει σαφείς ρίζες στην αριστερή (εθνικοαπελευθερωτική) λατινοαμερικάνικη παράδοση[1], το ροζ κύμα και στον Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Στην Λατινική Αμερική (Σταυρακάκης, 2019, σελ. 32-38) κατά την περίοδο του 19ου και του 20ου αιώνα κυριαρχούσαν υβρίδια ολιγαρχικού φιλελευθερισμού, που αποκτούσαν νομιμοποίηση νομιμοποίηση από εκτεταμένα πελατειακά συστήματα, χωρίς διαφάνεια, που παραβίαζαν βασικές αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού αφήνοντας στο περιθώριο μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Οι διάφορες οικονομικές κρίσεις και η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε σε κρίσιμες εξαρθρώσεις σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, που επέφεραν τάσεις καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας, τεράστιες κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στους «πάνω» και στους «κάτω» και τελικά την ολική απονομιμοποίηση του οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού συστήματος. Το κενό εξουσίας αναπλήρωσε ο λατινοαμερικανικός λαϊκισμός, που δεν άργησε να βρεθεί στην διακυβέρνηση των χωρών της Λατινικής Αμερικής με ιδιαίτερα μεγάλα ποσοστά αποδοχής. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια βρήκε ελεύθερο πεδίο να αναπτυχθεί η θεωρία του Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα, θεωρία και προσέγγιση που έχει υιοθετηθεί από τις περισσότερες λαϊκιστικές αριστερές κυβερνήσεις (Τσάβες, Μοράλες, Κορρέα κλπ).

Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα αποτελεί μια σύγχρονη ερμηνεία των αριστερών ιδανικών, που διατυπώθηκε από τον Γερμανό Heinz Dieterich (2006), με κύριο επιχείρημα την δόμηση ενός νέου πολιτισμού, ενός νέου συστήματος στην εποχή μετά-τον-καπιταλισμό.

Σύμφωνα με τον Dieterich (2006, p. 6-7) οι δύο κυρίαρχες επαναστατικές θεωρήσεις του σύγχρονου κόσμου (ο καπιταλισμός και ο -υπαρκτός- σοσιαλισμός) απέτυχαν να απαντήσουν και να λύσουν τα διαχρονικά και, την ίδια στιγμή, επείγοντα προβλήματα της ανθρωπότητας: την φτώχεια, την πείνα, την εκμετάλλευση, την οικονομική, σεξουαλική και φυλετική καταπίεση, την καταστροφή της φύσης και τελικά την απουσία της πραγματικής συμμετοχικής δημοκρατίας. Και οι δύο απέτυχαν με αποτέλεσμα ο κορεσμός των δύο ιστορικών κοινωνικών προγραμμάτων να ανοίξει τον δρόμο σε μια νέα θεωρία: την Συμμετοχική Δημοκρατία (τον Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα).

Όλοι θεωρούν ότι ο καπιταλισμός έχει θριαμβεύσει και ότι μόνο αυτός μπορεί να προσφέρει στην ανθρωπότητα εκείνα τα ιδανικά που αναζητά: ειρήνη, πραγματική δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Ακόμα και αν δεν το πιστεύουν αυτό, είναι σίγουρο ότι δεν βλέπουν η λύση να προέρχεται από τον υπαρκτό σοσιαλισμό, όπως τουλάχιστον έγινε γνωστός τα προηγούμενα χρόνια.

Κάτι ωστόσο φαίνεται να αλλάζει.

Κατά τον Dieterich, η ιστορία έχει δώσει το πράσινο φως για το δεύτερο στάδιο της νεωτερικότητας, που περιστρέφεται γύρω από τα ζητήματα, που οι προηγούμενοι θεωρητικοί δρώντες δεν κατάφεραν να λύσουν. Σε αυτό το σημείο γεννάται ένας νέο πολιτισμός, που στελεχώνεται όχι από φιλανθρώπινη κερδοσκοπία αλλά από τα διδάγματα των κοινωνικών πρακτικών των τελευταίων δύο αιώνων, από την επιστήμη και τελικά από την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών παραγωγής.

Αυτή η νεωτερικότητα, που πηγάζει από την δομική εξάντληση της αστικής κοινωνίας και του πολιτισμού της, εκφράζεται μέσω πολύ συγκεκριμένων θεσμών:

Α) Σχεδιασμένη ισοδύναμη οικονομία (planned equivalence economy) βασισμένη στην μαρξιστική θεωρία της αξίας, που θα κατευθύνεται δημοκρατικά από αυτούς που δημιουργούν την αξία (σε αντίθεση με την οικονομία των αγορών) (Dieterich, 2006, p.45-58).

Β) Άμεση Συμμετοχική Δημοκρατία και προστασία των μειονοτήτων. Η συμμετοχική δημοκρατία, ως μια νέα σχέση ομαλής συνύπαρξης ανάμεσα στους πολίτες, γίνεται αντιληπτή μέσα από τέσσερις οπτικές γωνίες (Dieterich, 2006, p. 58): 1) την δομική αδυναμία πραγματικής εκπροσώπησης των πολιτών μέσω της (μέχρι πρότινος) κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, 2) το πολλαπλό περιεχόμενο και τους μηχανισμούς της πραγματικής συμμετοχικής δημοκρατίας, όπως έχει γίνει εφαρμοστεί σε περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας, 3) την έλλειψη ανάπτυξης της επίσης (συστημικής) δημοκρατίας και των δυνατοτήτων που πράγματι προσφέρει η συμμετοχική δημοκρατία και τέλος 4) την συνεισφορά των προηγμένων επιστημών και του δημοκρατικού μέλλοντος.

Γενικά μιλώντας, η δημοκρατία ως ιδιότητα των κοινωνικών συστημάτων μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από τρεις κατευθύνσεις: την κοινωνική, την ποιότητα δηλαδή της ζωής, την θεσμική, το σύνολο δηλαδή των κανόνων της εξουσίας, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των διαφορετικών στοιχείων που συναποτελούν το σύστημα, και της συμμετοχής, της δυνατότητας της πλειοψηφίας της κοινωνίας να παίρνει αποφάσεις για τα δημόσια ζητήματα, με σεβασμό και προστασία της μειοψηφίας και των μειονοτήτων (Dieterich, 2006, p. 59). Με αυτήν την λογική λοιπόν, η ιδέα της «Συμμετοχικής Δημοκρατίας» αναφέρεται στην πραγματική δυνατότητα της πλειοψηφίας των πολιτών να αποφασίζουν (άμεσα, μέσω κυρίως δημοψηφισμάτων) για τα κύρια δημόσια ζητήματα της κοινωνίας/του έθνους. Σε αντίθεση με την τυπική δημοκρατία, που οι πολίτες αποφασίζουν μέσω περιοδικών εκλογών, στην συμμετοχική δημοκρατία αυτό το δικαίωμα δεν θα ανάγεται μόνο στην πολιτική σφαίρα αλλά θα αποτελεί μόνιμη και εκτενή κατάσταση σε όλη την σφαίρα της κοινωνικής ζωής, από τα εργοστάσια μέχρι τους στρατώνες και από τα πανεπιστήμια μέχρι τα μέσα ενημέρωσης (Dieterich, 2006, p. 60). Αυτό θα είναι και το τέλος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που θα δώσει την θέση της στην άμεση δημοκρατία.

Γ) Ο ορθολογικός, ηθικός και αισθητικός άνθρωπος (the rational-ethical-aesthetic man) (Dieterich, 2006, p. 60-61). Ο νέος κόσμος δεν θα έχει την ψευδαίσθηση ότι οι δημιουργοί του είναι ιεροί, αλλά άνθρωποι, που μέσα στην αντιφατική ανθρώπινη κατάσταση της μιζέριας και της λαμπρότητας έχουν την επιθυμία να αλλάξουν τον ηθικό τους προορισμό. Μέσα στην πραγματική δημοκρατία, ο άνθρωπος θα βρει (και πρέπει να βρίσκει) το κατάλληλο περιβάλλον για να αναπτύξει την ολότητα των ορθολογικών (επιστήμη), των ηθικών (ήθη) και των αισθητικών (τέχνη) ικανοτήτων του. Αυτό το ανθρώπινο είδος θα ξεπεράσει την βαρβαρότητα, θα γεφυρώσει το χάσμα πόλης-υπαίθρου και θα καταλύσει τις διακρίσεις του χρώματος ή του φύλου στην βάση τριών πηγών της ύπαρξης: εργασία, έρωτας και γνώση.

Αυτός είναι ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα (new historical project). Οι ανάγκες του ανθρώπου οδηγούν σε συγκεκριμένους θεσμούς. Η ανάγκη για φαγητό δημιουργεί την οικονομία, η ανάγκη για κατανόηση και κοινωνική συναναστροφή δημιουργεί την κουλτούρα, η ανάγκη της πρωτοβουλίας και της ανάληψης της ευθύνης εκ μέρους του συνόλου δημιουργεί την πολιτική και η ανάγκη για εσωτερική και εξωτερική άμυνα δημιουργεί τον στρατό. Η ποιότητα της ζωής των ανθρώπων και της κοινότητας, σύμφωνα με τον Dieterich, εξαρτάται από τον τρόπο που οργανώνονται τα παραπάνω. Εξαρτάται από θεσμούς, σε τέτοιο βαθμό, ώστε αν αυτοί οι θεσμοί οργανωθούν με δημοκρατική συμμετοχή, τότε σταδιακά η ζωή θα είναι καλύτερη για όλους.

Πάνω σε αυτές τις αξίες δομήθηκαν οι ηγεμονικές (αυτήν την στιγμή) λαϊκιστικές ριζοσπαστικές αριστερές δυνάμεις της Λατινικής Αμερικής. Σε αυτές τις αξίες δομείται επίσης και η ιδεολογία του Αλέξη Τσίπρα. Οι αναφορές του στον σοσιαλισμό και στην αριστερά του 21ου αιώνα δεν είναι καθόλου σπάνιες, ενώ οι σχέσεις του με τα αριστερά κινήματα της Λατινικής Αμερικής είναι ιδιαίτερα έντονες: έχει παρευρεθεί στην κηδεία του Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα εκφωνώντας επικήδειο, έχει στηρίξει ανοιχτά τον Νικολά Μαδούρο στην Βενεζουέλα, ενώ τον συνδέουν κοινές αξίες με την Βολιβία του Έβο Μοράλες.

Εικόνα 10

Εικόνα 9. Πηγή: https://www.iefimerida.gr/news/485301/synantisi-tsipra-morales-me-ti-volivia-mas-syndeoyn-koines-axies

Εικόνα 10. Πηγή: https://www.news247.gr/politiki/o-tsipras-stirizei-morales.7530515.html

Β) Κατά της Μεταδημοκρατίας και του Υπηρεσιακού Λαού. Ένας σκοπός καθαρά «αγωνιστικός»

Στην συνέχεια, το δεύτερο, δομικό χαρακτηριστικό του τσιπραϊσμού, του τσιπραϊκού λαϊκισμού, είναι η εναντίωση στην μεταδημοκρατία και στην επίκληση του υπηρεσιακού λαού. Η δεύτερη έννοια, ο υπηρεσιακός λαός, πηγάζει απευθείας από την πρώτη. Άρα τι είναι η Μεταδημοκρατία;

Μεταδημοκρατία είναι η μετάβαση σε ένα επόμενο στάδιο δημοκρατίας, που διατηρεί κάποια στοιχεία δημοκρατικής διακυβέρνησης, όπως οι εκλογές ή η αντιπροσώπευση, αλλά μεταλλάσσει την ουσία της. Με άλλα λόγια, είναι η διαμόρφωση της δημοκρατίας με όρους αγοράς, είναι οι δημοκρατικές συνήθειες σε μια αγοραία μορφή. Όλα καθορίζονται από το συμφέρον της αγοράς, στα πλαίσια μιας δημοκρατίας όχι του λαού ή του δήμου αλλά των ιδιωτών και του θεάματος. Σε μια τέτοια δημοκρατία, στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και των ιδιωτικοποιήσεων ακόμα και των ίδιων των δημοκρατικών δικαιωμάτων, την εξουσία ασκούν τα οικονομικά συμφέροντα, οι συγκεντρώσεις εξουσίας, μέσω της συγκρότησης ενός περίπλοκου πλέγματος, μιας διευρυμένης ελίτ πολιτικών, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών και δικαστικών, αποκλείοντας τις διάφορες κοινωνικές τάξεις, κρατώντας τον λαό αδρανή και αδιάφορο απέναντι στην πολιτική. Την ίδια στιγμή όποια προσπάθεια γίνεται προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς την κατεύθυνση της πολιτικοποίησης του λαού, αποκτά μια ιδιαίτερη ταυτότητα από το μεταδημοκρατικό πλέγμα εξουσίας, αυτό των αντιδημοκρατικών δυνάμεων. Έτσι ο δημιουργικά ανήσυχος δήμος γίνεται ένας αντιδημοκρατικός λαός[2]. Η συγκρότηση αυτής της ταυτότητας δεν αυτοαναπαράγεται αλλά καθορίζεται από το πανίσχυρο όπλο του πλέγματος εξουσίας, της διευρυμένης ελίτ, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Τα ΜΜΕ είναι το φίλτρο της δημοκρατίας των ιδιωτών. Η πληροφορία φιλτράρεται και φτάνει στον αδιάφορο πολίτη με τέτοιο τρόπο και με τέτοια μορφή ώστε να διατηρείται το καθεστώς και να δαιμονοποιούνται οι οπαδοί της αλλαγής. Με αυτόν τον τρόπο, η δημοκρατική διαδικασία γίνεται θέαμα, που όλα θυσιάζονται στον βωμό της επικοινωνίας.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η άλλοτε νομιμοποιητική δύναμη της δημοκρατίας, ο λαός, συλλαμβάνεται ως μια ανεύθυνη (ιδιαίτερα κατά την υγειονομική κρίση του κορονοϊού), ετεροκαθοριζόμενη, απολίτικη μάζα, ένα αχανές σύνολο, που πρέπει να ενωθεί σε μια πολιτική για όλους, με στόχο την ηγεμονία των λίγων, ανεξάρτητα με τις εγγενείς διαφορές στο εσωτερικό αυτής ολότητας. Η λαϊκή κυριαρχία ως ιδέα, σύμφωνα με την λογική του ανώριμου και ανεύθυνου λαού, όχι απλά ξεπερνιέται αλλά αμφισβητείται, υποβαθμίζεται, δαιμονοποιείται.

Στην Ελλάδα της μεταμνημονιακής εποχής, όπου η πολιτική σύγκρουση Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο έχει δώσει την θέση στο δίπολο Παλαιό και Νέο πολιτικό σύστημα (ή Λαϊκισμός-Αντιλαϊκισμός), η απογοητευμένη και συλλογικά ανοργάνωτη λαϊκή μάζα έχει μετατραπεί στον όχλο της σύγχρονης δημοκρατίας, που, σύμφωνα και με τον Α. Κιουπκιολή στην Εισαγωγή στο βιβλίο του Κόλιν Κράουτς, Μεταδημοκρατία (2003, σελ.10), αρκείται στον ρόλο του θεατή τηλεδικειών, του αντικειμένου έρευνας στις δημοσκοπήσεις, του περιστασιακού και δύσπιστου ψηφοφόρου. Αποκτά με άλλα λόγια την ιδιότητα ενός υπηρεσιακού και όχι ενός πραγματικού λαού. Με αυτόν τον τρόπο ο λαός χάνει τον αγωνιστικό του χαρακτήρα και η ίδια η πολιτική γίνεται αντικείμενο του πολιτικού μάρκετινγκ και της τεχνοκρατίας.

Σύμφωνα με τον Α.Κιουπκιολή, ο μεταδημοκρατικός αστερισμός έχει δύο κρίσιμες συνέπειες για την δημοκρατική πολιτική: την υπονόμευση της οικονομικής και πολιτικής ισοελευθερίας των πολιτών και την στενά συνυφασμένη υποχώρηση της αγωνιστικής συνιστώσας του δημοκρατικού βίου: την υποχώρηση δηλαδή της αμφισβήτησης, των διαχωριστικών γραμμών, της αντιπαράθεσης γύρω από προγραμματικές εναλλακτικές (Κράουτς, 2003, σελ. 11).

Advertisement

Αυτό το αγωνιστικό στοιχείο μέσα στην δημοκρατική αέναη κανονικότητα αποτελεί ουσιαστικά την εκδήλωση θεμελιωδών συγκρούσεων και ριζοσπαστικής αμφισβήτησης αποτελεί πραγμάτωση της καταστατικής ελευθερίας του δήμου, της αυτονομίας και της λαϊκής κυριαρχίας.

Οι συγκρούσεις και οι διαιρέσεις, όπως είδαμε μιλώντας για τον λαϊκισμό, είναι ένας παράγοντας πολιτικοποίησης. Οι κοινωνικές αντιπαραθέσεις πολιτικοποιούν τον λαό, δημιουργούν ταυτότητες και συνειδήσεις. Δημιουργούν τις προϋποθέσεις εξόδου του λαϊκού υποκειμένου από το υπηρεσιακό πνεύμα που του προσδίδεται, προς τον πραγματικό λαό. Αυτή είναι και η ουσία της αγωνιστικής δημοκρατικής πολιτικής, βασικής συνιστώσας του τσιπραϊσμού.

Για τους θεωρητικούς του αγωνισμού (Shorten, 2017, σελ. 88-91), η πολιτική είναι τόπος εξουσίας, σύγκρουσης και ανταγωνισμού. Η παθιασμένη διαφωνία αποτελεί το συστατικό στοιχείο της σύγχρονης δημοκρατίας σε αντίθεση με το φιλελεύθερο πρόγραμμα εξομάλυνσης, που παραγνωρίζει την σημασία των πολιτικών παθών, προκαλεί αποκλεισμούς, απάθεια και αδιαφορία και αποβάλει από την δημόσια αμφισβήτηση τους παράγοντες στους οποίους οφείλεται εντέλει η διαφορετικότητα των ανθρώπων. Η αγωνιστική πολιτική, αντιθέτως, λειτουργεί σαν βαλβίδα εκτόνωσης των πολιτικών παθών, που εγγυάται την διατήρηση των θεμελίων της κοινωνικής συμβίωσης και την ίδια στιγμή θέτει τις βάσεις για τον δημιουργικό μετασχηματισμό των κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων, μέσω της έκθεσης σε νέες και διαφορετικές ιδέες.

Φυσικά δεν είναι δυνατόν αυτός ο αγωνιστικός πλουραλισμός να παραμένει ανεξέλεγκτος. Οι αγωνιστές αναγνωρίζουν ότι πρέπει να μπαίνουν κάποια όρια στην μορφή της σύγκρουσης στην δημόσια σφαίρα. Στόχος αυτών των ορίων είναι ο μετασχηματισμός του ανταγωνισμού σε αγωνισμό, μέσω της αλλαγής του τρόπου αντίληψης της πολιτικής αντιπαλότητας και της σύγκουσης. Ο τσιπραϊσμός αντιλαμβάνεται τον αντίπαλο όχι ως εχθρό αλλά ως «αντίπαλο». Αντιμάχεται τις ιδέες του αλλά όχι το δικαίωμα του να τις υπερασπίζεται- σε αντίθεση με την συντηρητική παράταξη που αντιμάχεται την ίδια την ύπαρξη της διαφορετικότητας. Οι συγκρουόμενες πλευρές έχουν ανάγκη η κάθε μια την άλλη ακριβώς για την δική τους ύπαρξη. Ζουν και αναπτύσσονται στον ίδιο χώρο, που απλά επιθυμούν να τον οργανώσουν διαφορετικά.

Πώς όμως επιτυγχάνεται αυτή η συγκρουσιακή συνύπαρξη; Μέσω μιας πολιτικής αρετής που επιτρέπει στους ανθρώπους να σέβονται τις διαφορετικές τελικές αποδοχές, να καλλιεργούν αμοιβαίο σεβασμό στην διαφορά και να διαπραγματεύονται με στόχο την μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση στον καθορισμό γενικών πολιτικών κατευθύνσεων (Shorten, 2017, σελ. 90).

Με άλλα λόγια, ο αγωνιστικός ανταγωνισμός είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας γιατί ακριβώς διαμορφώνει ενεργητικούς και δυναμικούς πολίτες, που συγκρούονται, αμφισβητούν, συμμετέχουν, διαμορφώνουν οι ίδιοι την πολιτική και απαιτούν να έχουν αυτό το δικαίωμα και αυτήν την κεντρικότητα. Αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας και η απουσία αυτού του στοιχείου, του αγωνιστικού πλουραλισμού, ως συνέπεια της μεταδημοκρατίας, είναι αυτό που εμποδίσει την διαιώνιση της.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση της δύναμης των επιχειρήσεων και η σύγχυση της ταξικής δομής, ως χαρακτηριστικό της μεταδημοκρατικής κοινωνίας (Κράουτς, 2003, σελ.139), έχει ως αποτέλεσμα η βάση των πιστών ψηφοφόρων των κομμάτων να μην επαρκεί για την στήριξη των ίδιων των κομμάτων. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται μια προσπάθεια από τις κομματικές ηγεσίες για αλίευση ψήφων από την δεξαμενή του ευρύτερου εκλογικού σώματος. Έτσι, τα κόμματα αλλάζουν με σκοπό να εντάξουν στις διαδικασίες τους αλλά και στην δυναμική σχέση ψηφοφόρων-κόμματος, εταιρείες, επιχειρήσεις και τεχνοκράτες πολιτικού σχεδιασμού, προεκλογικών εκστρατειών και σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο τον δρόμο για την διαφθορά και τον κυνισμό, μέσω της τυποποίησης της εκλογικής εκστρατείας και της πολιτικής γενικότερα. Συνεπώς, είναι απόλυτα φυσικό, με την επιδίωξη του προσωπικού οφέλους να ανάγεται σε ύψιστη αξία, πολιτικοί, σύμβουλοι και άλλοι παράγοντες να θεωρούν ότι η αποκομιδή προσωπικών οφελών από την πολιτική τους επιρροή είναι μια βασική και τελείως νόμιμη διάσταση της πολιτικής τους δραστηριότητας (Κράουτς, 2003, σελ.141).

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο τσιπραϊσμός, ως μια ιδεολογία καθαρού αγωνισμού, αντιμάχεται την μεταδημοκρατία μεταφράζοντας την ως μάχη ενάντια στην διαφθορά και ως προσπάθεια επαναηθικοποίησης της πολιτικής. Είναι ουσιαστικά ο αγώνας για την επαναπολιτικοποίηση του πολιτικού και την επανακοινωνικοποίηση των κομμάτων, καθώς στην μεταδημοκρατία τα κόμματα δεν αποτελούν συνάρθρωση και έκφραση κοινωνικών συμφερόντων από κοινωνικές ομάδες, αλλά μορφώματα που συγκροτήθηκαν από τμήματα της πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας (Κράουτς, 2003, σελ.143).

Μια τέτοια κατάσταση ωστόσο συνεπάγεται μεγάλα έξοδα. Αυτή η νέα σχέση λαού και κόμματος, μια σχέση εντυπωσιασμού και θεάματος, με μεσολαβητές επιχειρήσεις και εταιρείες ιδιωτικών συμφερόντων και τεχνοκρατικού χαρακτήρα, εξαρτάται από την εντατική χρήση των ΜΜΕ και των έμμισθων υπηρεσιών των επαγγελματιών τους (Κράουτς, 2003, σελ.144), ανάγοντας με αυτόν τον τρόπο τα πρώτα σε ένα νέο- πανίσχυρο- κέντρο εξουσίας δίδοντας ταυτόχρονα στα διοικητικά τους οικονομικά συμφέροντα προνομιακές προσβάσεις στην πολιτική εξουσία ως αντάλλαγμα στην μιντιακή υποστήριξη.

Με άλλα λόγια, για να κατανοήσουμε επαρκώς το αντιφατικό της υπόθεσης, ενώ η πολιτική εξουσία θα έπρεπε να δίνει προσβάσεις προνομιακού χαρακτήρα στον ίδιο τον λαό, ως αρχή και τέλος του δημοκρατικού συστήματος αντιπροσώπευσης, επιδίδεται σε μια εκχώρηση ουσιαστικά της ίδιας της εξουσίας της σε ελίτ και ολιγαρχίες, στους λεγόμενους προνομιούχους, μετατρέποντας τον λαό σε μη προνομιούχο υποκείμενο, κρατώντας τον δηλαδή εκτός των προνομίων της εξουσίας, η οποία πηγάζει από αυτόν τον ίδιο. Αυτή η αντίφαση είναι πολύ πιθανό σε μια ενδεχόμενη κρίσιμη καμπή να ανοίξει τον δρόμο για μια ρήξη των δύο αυτών υποκειμένων, των μη προνομιούχων και των προνομιούχων, του λαού και της ελίτ, σπάζοντας το «συναινετικό» προφίλ της απολιτικοποιημένης σύγχρονης μεταδημοκρατικής κοινωνίας.

Γ) Οι μη προνομιούχοι και το αφήγημα του τσιπραϊσμού

Υποκείμενο λοιπόν του χαρισματικού λαϊκιστικού αγωνισμού του Αλέξη Τσίπρα, ο λαός, τα συμφέροντα του οποίου επιδιώκει να εκπροσωπήσει, όπως είδαμε και παραπάνω, είναι οι μη προνομιούχοι, έννοια που πρώτη φορά εισήγαγε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Είναι ουσιαστικά αυτό το «99%», που καταπιέζεται από το «1%» των ελίτ και των προνομιούχων. Στην συγκρουσιακή ρητορική του τσιπραϊσμού όπου η κοινωνία χωρίζεται στον αγνό λαό και στην διεφθαρμένη ολιγαρχία, στις δέκα οικογένειες, στο παλιό πολιτικό σύστημα, οι έννοιες των προνομιούχων και των μη προνομιούχων είναι πολύ σημαντικές, καθώς θέτουν άμεσα και ξεκάθαρα την ουσία του προβλήματος: τα προνόμια και την κοινωνικοπολιτική θέση της κάθε ομάδας. Με άλλα λόγια η έννοια της «ελίτ» δεν είναι τόσο ξεκάθαρη ως προς το νόημα που έχει στην λαϊκιστική ρητορική του Αλέξη Τσίπρα, σε αντίθεση με τον όρο «προνομιούχοι», που δείχνει ακριβώς το χάσμα κοινωνικής θέσης και ισχύος, το χάσμα των προνομίων εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας. Δηλαδή το πολιτικό σύστημα, που εξ ορισμού οφείλει να εκπροσωπεί τον λαό και την κοινωνική πλειοψηφία, τείνει να ενισχύει τις πανίσχυρες οικονομικές και κοινωνικές μειοψηφίες. Μέσα σε αυτήν την συγκρουσιακή και αντιφατική κατάσταση αναπτύσσεται η δράση και η αναγκαιότητα του τσιπραϊσμού, της ιδεολογικής εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων και της προάσπισης της λαϊκής κυριαρχίας.

Τι νοείται όμως συμφέρον; Πως αυτό ενσωματώνεται (embodies) μέσα στον τσιπραϊσμό;

Σύμφωνα με την Alison Brysk (1995, p. 561) τα συμφέροντα δεν είναι καθορισμένες ανάγκες αλλά μάλλον βαθύτερα συμπεριλαμβάνουν ιστορίες σχετικά με ανάγκες και για αυτό ακριβώς, με συμβολικό τρόπο, οι κινητοποιούμενοι πολιτικοί δρώντες μπορούν να δημιουργήσουν νέες πολιτικές ευκαιρίες αποκαλύπτοντας, προκαλώντας και αλλάζοντας αφηγήσεις σχετικά με συμφέροντα και ταυτότητες. Γίνεται λοιπόν λόγος ξεκάθαρα για αφήγηση και για σύμβολα, στο πλαίσιο ενός μηχανισμού.

Σύμφωνα με τον Jon Elster (1993, p. 5) το διακριτικό χαρακτηριστικό ενός «μηχανισμού» δεν είναι ότι μπορεί να εφαρμοστεί με σκοπό να προβλέψει ή να ελέγξει κοινωνικά γεγονότα, αλλά ότι ενσωματώνει μια περιστασιακή αλυσίδα (casual chain) η οποία είναι γενική και επαρκής για να μας ωθήσει να τον τοποθετήσουμε (τον μηχανισμό) σε διάφορες περιστάσεις. Είναι κάτι λιγότερο από θεωρία και κάτι περισσότερο από περιγραφή, σε τέτοιο σημείο ώστε να μας εξυπηρετεί ως μοντέλο για την κατανόηση περιπτώσεων που δεν έχουμε συναντήσει ακόμα.

Συνήθως τέτοιες αφηγήσεις επιδιώκουν να αναπαραστήσουν μια πολύπλοκη πραγματικότητα με μια ενιαία και κεντρική μορφή μέσω συμβολισμών. Στον λαϊκισμό αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές μέσω της μανιχαϊστικής διαίρεσης της κοινωνίας ανάμεσα στον αγνό λαό και την διεφθαρμένη ελίτ. Λογικό λοιπόν και ο τσιπραϊσμός, ως η ιδεολογία της χαρισματικής ηγεσίας της λαϊκιστικής αμεσότητας, να εντάσσεται μέσα σε αυτό το αφηγηματικό παιχνίδι. Το αφήγημα του Αλέξη Τσίπρα είναι ακριβώς η ιδεολογία του και αντιστρόφως η ιδεολογία του είναι το αφήγημα του.

Το αφήγημα του τσιπραϊσμού δομείται γύρω από τρείς έννοιες/σύμβολα: τον ξένο παράγοντα, το κατεστημένο και τον λαό. Αυτές οι τρεις έννοιες συγκροτούν μια φόρμουλα, έναν συνδυασμό που πρώτη φορά χρησιμοποίησε ο Ανδρέας Παπανδρέου κατά την πρώτη δεκαετία της ζωής του ΠΑΣΟΚ.

Σύμφωνα με τον τσιπραϊσμό, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής, ο διεθνής παράγοντας, και συγκεκριμένα η Ενωμένη Ευρώπη έχει πάψει να παίζει τον ρόλο που έπαιζε κάποτε. Δεν αποτελεί δηλαδή την πηγή των προβλημάτων της Ελλάδας. Μπορεί οι διεθνείς συγκρούσεις να επηρεάζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την πολιτική της Ελλάδας, αλλά το δημοκρατικό έλλειμα, η δυσκολίες και οι διαφωνίες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πορεία προς την ομοσπονδιοποίηση, καθιστούν τον ευρωπαϊκό παράγοντα (ειδικά μετά το 2015) έναν ανίσχυρο δρώντα στα ζητήματα της εξουσίας και της σχέσης του λαού με αυτήν εντός της Ελλάδας.

Για τον Αλέξη Τσίπρα, το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, η πηγή των προβλημάτων του ελληνικού λαού είναι η υπεροχή του κατεστημένου, είναι οι πορφυρογέννητοι, οι ιδιοκτήτες της εξουσίας, οι δέκα οικογένειες, η διευρυμένη ελίτ που για χρόνια λυμαινόταν τις δυνατότητες της χώρας και έτρωγε το μεδούλι του λαού. Για χρόνια αυτή η ολιγαρχία εκμεταλλευόταν την προνομιακή θέση, την θέση των δημοσίων αξιωμάτων, της εξουσίας, την δυνατότητα λήψης αποφάσεων στο όνομα του λαού, προς το συμφέρον της, χρεωκοπώντας την χώρα, τον λαό και τελικά το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Αυτή η ολιγαρχία, ενώ διατυμπάνιζε τον νεοφιλελεύθερο αντικρατισμό της, τελικά αποδείχθηκε κρατικοδίαιτη. Και αν κάποια στιγμή καθόταν στο εδώλιο του δικαστηρίου (πράγμα σπάνιο, που αποδίδεται μόνο σε εσωτερικές συγκρούσεις στον χώρο των ελίτ), οι προσβάσεις στην δικαιοσύνη και στην ενημέρωση είτε έθεταν το ζήτημα στην αφάνεια είτε, λόγω εσκεμμένης καθυστέρησης, η υπόθεση παραγραφόταν.

Και αν ο λαός πάρει την τολμηρή απόφαση να τους θέσει στο περιθώριο και να πάρει τις τύχες στα χέρια του, το σύστημα τους, το σύστημα της διαφθοράς με κομματική έκφραση την Νέα Δημοκρατία, με υποκλοπές και παράνομες μεθόδους, είτε συνεργαζόμενο με τις εξωτερικές δυνάμεις, είτε με την εσωτερική πραγματική εξουσία, που δεν ελέγχει η εκλεγμένη από το λαό κυβέρνηση, δρούσε σε βάρος αυτής της απόφασης, με τη στρατηγική της εσωτερικής φθοράς ώσπου να ξεγελάσουν τον λαό και να βρεθούν ξανά σε θέσεις ευθύνης. Και εκείνη την στιγμή θα είναι πιο προσεκτικοί και δεν θα επιτρέψουν ξανά το παραστράτημα της λαϊκής υποκειμενικότητας.

Η ύπαρξη αυτού του υπόγειου συστήματος εξουσίας είναι, για τον τσιπραϊσμό, η πηγή των προβλημάτων του λαού, ακριβώς διότι η κυβέρνηση του λαού δεν εξυπηρετεί τελικά τα συμφέροντα του. Όχι επειδή μπορεί δεν θέλει αλλά κυρίως επειδή δεν μπορεί. Η υπέρβαση αυτής της κατάστασης, της διεφθαρμένης ηγεμονικής αλυσίδας υπονόμευσης της λαϊκής κυριαρχίας, είναι το πραγματικό λαϊκό συμφέρον και ο στόχος του τσιπραϊσμού.

Μετά από όλα αυτά, είναι εφικτός ο ορισμός του τσιπραϊσμού. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον τσιπραϊσμό ως την χαρισματική ηγεσία της λαϊκιστικής αμεσότητας, τον ηθικό αγώνα του λαού και της δημοκρατίας για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, για την επαναπολιτικοποίηση του πολιτικού, την αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας, την πάταξη παντός τύπου ανισότητας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Όχημα για αυτόν τον πολιτικό σκοπό είναι η άμεση σχέση του λαού με τον χαρισματικό ηγέτη, η προσωποποίηση της εξουσίας, το σύμβολο και μέσο της εισόδου του λαού στην πολιτική.

Εικόνα 11
Εικόνα 12
Εικόνα 13

Εικόνα 11. Πηγή: https://www.in.gr/2020/07/08/politics/tsipras-nd-einai-ena-dieftharmeno-komma-ekprosopei-tis-elit/

Εικόνα 12. Πηγή: https://www.lifo.gr/now/politics/237005/tsipras-o-laos-dikaioytai-politikoys-poy-den-ypiretoyn-tis-elit

Εικόνα 13. Πηγή: Εξώφυλλο Documento 18/10/2020

Συμπεράσματα

Στην προσπάθεια ανάλυσης της ηγεσίας του Αλέξη Τσίπρα καταλήξαμε σε κάποια συγκεκριμένα συμπεράσματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, όπως αναλύθηκε παραπάνω, είναι ένα νέου τύπου χαρισματικό κόμμα με τον Αλέξη Τσίπρα να αποκτά εντός αυτού, ως προσωπικότητα, έναν αδιαμφησβήτητο και δεδομένο θεσμικό ρόλο.

Στην συνέχεια όσον αφορά το ερώτημα της θεσμοποίησης του κόμματος, δεν μπορούμε να απαντήσουμε ούτε θετικά ούτε ωστόσο αρνητικά. Το ίδιο ισχύει και για την ρουτινοποίηση του χαρίσματος του Αλέξη Τσίπρα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε περί ρουτινοποίησης. Σίγουρα το βάρος της τετραετίας είναι αρκετά μεγάλο και επηρεάζει σε καθοριστικό βαθμό την ρητορική και την πολιτική κουλτούρα του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Πέρα όμως από αυτό, η τετραετία κάνει κάτι ακόμα: μετατρέπει τον Αλέξη Τσίπρα σε μύθο. Σύμφωνα με τον R.Barthes (1979, σελ. 204), ο μύθος είναι λόγος. Δεν είναι, φυσικά ο οποιοσδήποτε λόγος: για να μετατραπεί σε μύθο, η γλώσσα χρειάζεται ιδιαίτερες (ιστορικές) συνθήκες. Η τετραετής διακυβέρνηση της χώρας από τον Αλέξη Τσίπρα, ως ιστορική εμπειρία, οι προσπάθειες, τα κεκτημένα και οι συγκρούσεις έθεσαν τις βάσεις για την μυθοποίηση του προσώπου του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Ενισχύθηκε ο σωτηριολογικός μεσσιανικός χαρακτήρας του, καθώς και ο συμβολισμός του ως ένταξη των μαζών στην πολιτική. Με αυτόν τον τρόπο, όπως είναι λογικό, δεν παύει να υπάρχει ο τσιπραϊκός λαϊκισμός, που λαμβάνει πλέον μια νέα μορφή. Εξαιτίας αυτού του νέου λαϊκισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλλημα, που, υπό τον εφιάλτη και την ενεργή απειλή της θεσμοποίησης, τον οδηγεί στην εσωστρέφεια. Το δίλλημα έχει να κάνει με το μέλλον του πολιτικού χώρου, που στον πολιτικό λόγο του κόμματος αναφέρεται ως προοδευτικός χώρος. Το δίλλημα αυτό το ορίσαμε ως μετάβαση στον τσιπραϊσμό.

Έχοντας, ωστόσο, ήδη ορίσει τον τσιπραϊσμό, φτάνουμε σε νέα ερωτήματα. Σίγουρα για ένα κόμμα-κίνημα-διαμαρτυρίας (με έντονο παρελθόν οργανωσιακού φιλελευθερισμού) είναι εξαιρετικά δύσκολη η μετάβαση σε μια «χαρισματική οργάνωση» με βασικό στοιχείο την ταύτιση ηγέτη-κόμματος στα πλαίσια μιας πιο άμεσης σχέσης με την βάση. Κατά πόσο όμως αυτή η διαδικασία μετάβασης έχει αυτονομηθεί από τον έλεγχο των άλλοτε ισχυρών ιθύνοντων ομάδων του κόμματος με αποτέλεσμα οποιαδήποτε αντίσταση σε αυτήν την ριζοσπαστική μεταβολή να οδηγεί στις εκφράσεις εσωστρέφειας και αντιφάσεων της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Με τις πολιτικές συγκρούσεις εντός του κόμματος, ανάμεσα στους οπαδούς της μετάβασης στον τσιπραϊσμό και στις παλιές ιθύνουσες κομματικές ελίτ, να οξύνονται, με την εσωστρέφεια και τις αντιφάσεις να είναι καθημερινό φαινόμενο και με το Συνέδριο να καθυστερεί λόγω των περιορισμών που έχει φέρει η πανδημία του κορονοϊού, οι πιέσεις προς κάθε κατεύθυνση δημιουργούν νέα δεδομένα για νέες αναλύσεις. Τελικά ο τσιπραϊσμός είναι η νέα, ανατέλλουσα ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία; Πόσο χρόνο θα πάρει και ποιες θα είναι οι συνέπειες αυτής της μετάβασης; Αυτά είναι ερωτήματα που δημιουργούν έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον και θέτουν τις βάσεις για νέες προσεγγίσεις του φαινομένου «Αλέξης Τσίπρας».

Εικόνα 14

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Ελληνική

Barthes, R. (1979). Μυθολογίες. Μάθημα, (μτφρ. Κ. Χατζηδήμου, Ι. Ράλλη). Εκδόσεις Ράππα-Κέδρος. Αθήνα.

Mudde, C & Kaltwasser, C.R. (2017). Λαϊκισμός: Μια σύντομη εισαγωγή. Εκδόσεις Επίκεντρο. Αθήνα.

Shorten, A. (2017). Σύγχρονη Πολιτική Θεωρία. Σελ. 88-91. Εκδόσεις Κριτική. Θεσσαλονίκη.

Κράουτς, Κ. (2003). Μεταδημοκρατία (Μτφρ. Κιουπκιολής Α.). Εκδόσεις Εκκρεμές. Αθήνα.

Μουζέλης, Ν (2005). Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημιπεριφέρεια: Ελλάδα, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική. Εκδόσεις Θεμέλιο

Πανταζόπουλος Α. (2011Α). Αυτός που ήρθε απ’ έξω: η σωτηριολογική διάσταση του λαϊκιστή ηγέτη, στο Ζουμπουλάκης Στ. (Επιμ) (2011). Η μεσσιανική ιδέα και οι μεταμορφώσεις της. Σελ. 455-469. Εκδόσεις Άρτος. Αθήνα.

Πανταζόπουλος, Α. (2011Β). Λαϊκισμός και εκσυγχρονισμός, 1965-2005: απορίες και κίνδυνοι μιας μαχητικής συμβίωσης. Εκδόσεις Εστία. Αθήνα

Παππάς, Τ. Σ. (2008). Το χαρισματικό κόμμα: ΠΑΣΟΚ, Παπανδρέου, Εξουσία. Εκδόσεις Πατάκη. Αθήνα.

Σταυρακάκης, Γ. (2019). Λαϊκισμός: Μύθοι, στερεότυπα και αναπροσανατολισμοί. Εκδόσεις Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Αθήνα.

Ξενόγλωσση

Brysk, A. (1995). “Hearts and Minds”: Bringing Symbolic Politics Back In, in Polity 27, p. 559-585.

Dieterich, H. (2006). 21st Century Socialism. Translation by Paul Cockshott, by http://paulcockshott.co.uk/books-b/

Elster, J. (1993). Political Psychology. Cambridge University Press. Cambridge.

Maor, Μ (1997). Political Parties and Party Systems: Comparative Approaches and the British Experience. Routledge. London and New York

Mudde, C & Kaltwasser, C.R. (2014). Populism and Political Leadership, in Rhodes, R.A.W. & Hart, P. (Eds) (2014). The Oxford Handbook of Political Leadership, p.376-388. Oxford University Press. Oxford.

Pedahzur A., Brichta, A. (2002) The institutionalization of extreme right-wing charismatic parties: A paradox? in Party Politics. Vol. 8, p. 31–49.

Schnepel, B. (1987). Max Weber’s Theory of Charisma and its Applicability to Anthropological Research, in JASO. Vol. 18, p. 26-48. University of Oxford.

Stavrakakis, Y. & Katsambekis, G. (2014). Left wing populism in European Periphery: the Case of SYRIZA, in Journal of Political Ideologies, p.119-142.

Vernardakis, Xristoforos (2012). From Mass Parties to Cartel Parties: The Evolution of the Structure of Political Parties, in Greece through Changes in their Statutes and Systems of Financing. Working Paper Series on the Legal Regulation of Political Parties, No. 27

Weyland, K. (2001). Clarifying a Contested Concept: Populism in the Study of Latin American Politics, in Comparative Politics 34, p. 1-22


[1] Τα κοινά χαρακτηριστικά και η κοινή πολιτική κουλτούρα της Ελλάδας και της Λατινικής Αμερικής, γύρω από τους άξονες της καθυστερημένης εκβιομηχάνισης και του πρώιμου κοινοβουλευτισμού, έχουν αναλυθεί από τον Νίκο Μουζέλη (2005)

[2] Τα λόγια αυτά είναι του Α.Κιουπκιολή στην Εισαγωγή του στο Κράουτς, 2003.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Η αλαζονεία της εξουσίας και η εξουσία της αλαζονείας: Πολεμική ανταπόκριση από την εποχή της κανονικότητας

Α. Η αλαζονεία της εξουσίας. Η άνοδος της Νέας Δημοκρατίας στη διακυβέρνηση της χώρας είχε, ανάμεσα στα βασικά προτάγματα, την «πάταξη της ανομίας» και «την αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών». Η πολιτική αυτή δέσμευση της ΝΔ ήταν αποτέλεσμα μιας υπαρκτής εντός της ελληνικής κοινωνίας πεποίθησης ότι η Ελλάδα ήταν […]

Κάνε εγγραφή