Οι “milennials” και η πολιτική αυτοκριτική

Οι εκλογές πέρασαν και ανέδειξαν ως πρώτη (αυτό)δύναμη την Νέα Δημοκρατία, η οποία και σχημάτισε κυβέρνηση. Και εγώ συνειδητοποίησα πως ίσως το μόνο πράγμα που με απογοητεύει και με αναστατώνει περισσότερο από έναν νέο άνθρωπο που παρακολουθεί τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις αμέτοχος και αδιάφορος ,ή και δεν τις παρακολουθεί καθόλου, είναι ένας νέος άνθρωπος που στην αυγή της διαδρομής του ως πολίτη τούτης της χώρας γίνεται πρόβατο που βελάζει στο κάλεσμα του εκάστοτε πολιτικού «ηγέτη». Μην με παρεξηγήσετε, σε καμία των περιπτώσεων δεν συγκινούμαι από ακομματίκ δηλώσεις και αφοριστικά πυρά κατά των πολιτικών συλλήβδην. Αλλά όσο θεωρώ πως η απάθεια ευθύνεται για τα μισά από τα βάσανα μας, άλλο τόσο πιστεύω πως ο φανατισμός και η δογματικότητα είναι η αιτία του ετέρου μισού αυτών.

Γιατί πώς αλλιώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει ένα νέο άνθρωπο (και επιμένω πολύ στον επιθετικό προσδιορισμό) αν όχι ως φανατικό και δογματικό, όταν ψηφίζοντας για πρώτη φορά έχει την πεποίθηση πως είναι ήδη πλήρως κατασταλαγμένος όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και πολιτικά; Πως μπορούμε να αρνηθούμε ότι διέπεται από αυτά τα γνωρίσματα ο νέος ο οποίος μη συνειδητοποιώντας το υβριδικό στάδιο στο οποίο ακόμη βρίσκεται η διαμόρφωσή του, διατρανώνει την πλήρη υποστήριξή του προς μια κομματική παράταξη, υποστηρίζοντάς την με θέρμη σε κάθε ευκαιρία; Και φυσικά δεν αναφέρομαι σε νέους που δηλώνουν μια σαφή προτίμηση σε κάποια παράταξη, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, αναγνωρίζοντας συγχρόνως αδυναμίες, λάθη και παραλείψεις. Μια τέτοια στάση συνιστά εκδήλωση υγιούς πολιτικοποίησης και είναι βεβαίως θεμιτή. Μιλώ για εκείνους που τυφλωμένοι ήδη από μια ασυγχώρητη κομματική εμμονή και έχοντας απωλέσει κάθε ίχνος νεανικού ιδεαλισμού, δεν ασκούν κανενός είδους κριτική (τουλάχιστον όχι φανερή) αλλά αντίθετα σπεύδουν αυτές τις αδυναμίες, τα λάθη και τις παραλείψεις να τα δικαιολογήσουν ή ακόμα και να αρνηθούν την ύπαρξή τους.

Οι τελευταίες εκλογές έφεραν στην επιφάνεια 17/18/19χρονες καρικατούρες πολιτικών τους οποίους δε χρειάζεται να ονοματίσω, που αναπαράγοντας τη φορμαλιστική ρητορική του εκάστοτε κόμματος και βλέποντας κάθε προεκλογική εξέλιξη υπό πρίσμα άκρως κομματικό, μοιράζονταν με κάθε πρόσφορο μέσο τις απόψεις «τους». Κι όλα αυτά ανερυθρίαστα και διαπνεόμενοι από μια αίσθηση υπερηφάνειας. Διότι σαφώς και οφείλει κανείς να είναι υπερήφανος που στα 19 του χρόνια έχει ήδη αποφασίσει ποια παράταξη θα υποστηρίζει ανοιχτά, σε ποια νεολαία θα ενταχθεί και πού θα επιδιώξει την εκλογή του όταν αργότερα ενδεχομένως τολμήσει να εμπλακεί ενεργά στον πολιτικό στίβο• και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο φροντίζει φυσικά να ασπαστεί αυτούσια την πολιτική του εκάστοτε κόμματος, να την κάνει σημαία του και να χαϊδεύει μ ’αυτήν τα αυτιά των στελεχών του. Τι, όχι;

Μάλλον όχι. Μια τέτοια στάση δείχνει στην πραγματικότητα έναν άνθρωπο βαθύτατα απαίδευτο. Το να ασπάζεται κάποιος τις αντιλήψεις, τα κηρύγματα και τη στρατηγική μιας κομματικής παράταξης, να τα κάνει κτήμα του και να επιχειρηματολογεί υπέρ αυτών και των αποτελεσμάτων τους, ενώ την ίδια στιγμή δε στηλιτεύει τα κακώς κείμενα και τις αρνητικές πτυχές τους, σημαίνει πως δεν ασκεί αυτοκριτική. Η μη άσκηση αυτοκριτικής είτε είναι συνειδητή και εξυπηρετεί τα μηνύματα που ο νέος, φιλόδοξος και επίδοξος πολιτευτής μας επιθυμεί να περάσει στο κοινό του ή είναι μη συνειδητή και ενδεικτική μιας μη οξυμμένης αντίληψης και μιας νοθευμένης κρίσης. Και στις δύο περιπτώσεις το συμπέρασμα είναι το ίδιο• αντιμετωπίζουμε έναν άνθρωπο όχι μόνο απαίδευτο, αλλά ιδίως στην πρώτη περίπτωση και δειλό.

Advertisement

Η άσκηση αυτοκριτικής, εν προκειμένω πολιτικής αυτοκριτικής, είναι η «λυδία λίθος» που θα ξεχωρίσει τον ευσυνείδητο πολίτη με τη βαθιά πολιτική παιδεία από εκείνον που προσεγγίζει τα κοινά με τρόπο επιφανειακό, με νοοτροπία αγελαία, στη λογική του «εμείς» και οι «άλλοι», συχνά εγκλωβισμένος στο εκάστοτε ιδεολογικό ανάχωμα με δεσμά θρησκοληψίας. Το θάρρος της άσκησής αυτής δημοσίως πάλι είναι αυτό που θα διακρίνει τον πολίτη που ενδιαφέρεται για τα κοινά με σοβαρότητα και ειλικρίνεια, εμπνευσμένος από ένα κοινωνικό όραμα, από εκείνον που το πράττει σοβαροφανώς και ευκαιριακά, κινούμενος από μια ναρκισσιστική ιδιοτέλεια και έναν ευτελή εγωκεντρισμό.

Είναι τουλάχιστον θλιβερό νέα παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στην κρίση, που άρχισαν να αντιλαμβάνονται και να παρακολουθούν τις εξελίξεις τη στιγμή ακριβώς της έκρηξής της και που βιώνουν σήμερα τις συνέπειές της, όχι μόνο να ενστερνίζονται τις ίδιες πολιτικές που τη δημιούργησαν αλλά και να αρνούνται να ασκήσουν κριτική επ’ αυτών. Είναι κρίμα να παρακολουθούμε νέους ανθρώπους που έχουν κάθε λόγο ακόμα να ονειρεύονται, να θέτουν στόχους και να υπηρετούν ιδανικά, να εκκολάπτονται σε πανελίστες πολιτικάντηδες, ορμώμενοι από ένα συνονθύλευμα ιδεολογικών, συμφεροντολογικών και σε μεγάλο βαθμό ψυχολογικών κινήτρων. Να ετοιμάζονται δηλαδή να συνεχίσουν το έργο της προηγούμενης γενιάς πολιτικών με τον ίδιο ακριβώς φθηνό τρόπο, τη στιγμή που θα έπρεπε να γίνουν η αιτία που θα ξεκαθαρίσει την πολιτική στράτευση από την αγυρτεία. Ας κάνει ο κάθε νέος μια προσπάθεια να μην εγκλωβιστεί η γενιά των millennials στο δίπολο «απολιτίκ και κομματόσκυλα». Και τότε είμαι σίγουρη πως όλα θα πάνε καλά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Ένα κόμμα που είχε πρότυπο και στόχο τον Αλέξη Τσίπρα

Η νεανική φρεσκάδα του Αλέξη Τσίπρα αποτέλεσε ώθηση για τη ΝΔ να αναζητήσει αρχηγό με βάση δύο κριτήρια: την απήχηση στις νεώτερες γενιές και στον κεντρώο χώρο. Έπρεπε να βρεθεί επειγόντως ένας «Τσίπρας της Νέας Δημοκρατίας» για να κερδίσει ξανά τον μεσαίο χώρο και να οδηγήσει ξανά το κόμμα στην […]

Κάνε εγγραφή