Ο Ανδρέας Παπανδρέου και το δίλημμα: ιδεολογία ή πραγματισμός;

Του Φώτη Κυζάκη

Από την ανάγκη για πολιτειακή σταθερότητα και δημοκρατία, η χώρα έπρεπε να περάσει στο επόμενο ζητούμενο: σοσιαλιστική αλλαγή. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εξέφραζε ένα κοινωνικό αίτημα υπερκομματικής εμβέλειας, αλλά όταν ο στόχος της σταθερότητας επετεύχθη, κοινωνία δεν είχε ανάγκη πια αυτό το σύμβολο. Άλλωστε αυτό το κατάλαβε και ο ίδιος, για αυτό και μεταπήδησε στην Προεδρία της Δημοκρατίας, όπου θα μπορούσε να ασκεί και εκεί αυτόν τον συναινετικό, υπερκομματικό ρόλο που ήθελε. Έβλεπε όμως και τον Ανδρέα Παπανδρέου να πλησιάζει. Δεν ήθελε να λουστεί την ήττα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου εξέφραζε ένα αμιγώς πολιτικό αίτημα της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινής γνώμης, σοσιαλισμός, κρατική οικονομία, δημόσιες επενδύσεις κ.ο.κ.

Το πέρασμα από τον Κ.Καραμανλή στον Α.Παπανδρέου σηματοδοτούσε την πολιτική ωρίμανση στης δημοκρατίας σε βαθμό που πια οι πολίτες αισθάνονταν ασφαλής να αναπτυχθούν ιδεολογικά και πολιτικά. Η αριστερίζουσα συσσωρευμένη δύναμη των προηγουμένων ετών απελευθερώθηκε κάνοντας φυσικά τον κύκλο της.

Ήδη πριν από την Χούντα, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αναδυθεί στα μάτια της κοινής γνώμης ως ηγέτης της αριστερής πτέρυγας της Ένωσης Κέντρου. Η πολιτική του διαδρομή λοιπόν σε συνδυασμό με το νέο κόμμα που ίδρυσε, τον ταύτισαν με τις νέες σοσιαλίζουσες ιδέες της μεταπολιτευτικής εποχής. Ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να τις εκφράσει όταν ωρίμαζαν οι συνθήκες.

Ο Ανδρέας όμως έκανε ένα λάθος. Αυτόν τον ριζοσπαστισμό της κοινωνίας δεν τον προσδιόρισε με μέτρο και πραγματισμό. Από την μία ο δικός του σοσιαλιστικός ριζοσπαστισμός ήταν πολύ μακριά από τα όρια της κοινωνίας και από την άλλη ήταν υπέρμετρα επαναστατικός μπροστά στην κοινή γνώμη που έθετε ως προτεραιότητα την δημοκρατική σταθεροποίηση. Ως πολιτικός με πολλές επικοινωνιακές ικανότητες έγινε θύμα της ίδιας του της ρητορικής δεινότητας καθώς συνέπαιρνε τα πλήθη αλλά ταυτόχρονα συνεπαιρνόταν από αυτήν. Παρά το ότι το 1974 ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης ήταν με το μέρος του, το απώλεσε και βρέθηκε, όχι στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης όπως είχε την δυνατότητα, αλλά ως τρίτη και καταϊδρωμένη δύναμη. Ο Παπανδρέου του ζιβάνγκο προκαλούσε ανασφάλεια στους ψηφοφόρους σε μια περίοδο που πραγματικά η ασφάλεια ήταν ο στόχος. Η όλη παρουσία του Παπανδρέου του 1974 παρέπεμπε σε ένα πολιτικό των άκρων και με αυτόν τον τρόπο έχασε αυτό που μόλις με την άφιξη του είχε κερδίσει, να κυριαρχήσει στην Κεντροαριστερα.

Έπρεπε να αποφασίσει: Ιδεολογία ή πραγματισμός;

Αν προτιμούσε το πρώτο θα ήταν ένας καταπληκτικός ηγέτης, όμως με περιορισμένα ποσοστά. Αν προτιμούσε το δεύτερο, θα γινόταν κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού. Επέλεξε το δεύτερο και συντόνισε τον ριζοσπαστισμό του με αυτόν την κοινωνίας. Μετά την ήττα του 1974, ο Ανδρέας Παπανδρέου έβαλε μυαλό και επαναχάραξε την στρατηγική του.

Ο σοσιαλισμός ήταν μια λέξη που αντιπροσώπευε τον σκληρό πυρήνα των αριστερών ψηφοφόρων. Έπρεπε να κοπεί! Έπρεπε να ανοιχθεί στην ευρύτερη κοινωνία έτσι ώστε να λάβει την δεύτερη θέση στις εκλογές και μετέπειτα να γίνει πρωθυπουργός. Ο δρόμος για την εξουσία περνούσε μέσα από το κέντρο, την μετριοπάθεια και συνεπώς και την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις. Έτσι στην προεκλογική μάχη του ’77, η διακήρυξη της 3ης Σεπτεμβρίου, ένα ακραίο ριζοσπαστικό κείμενο, έπαψε να αποτελεί την βάση της εκστρατείας και έλαβε κυρίως ιστορικά, εθιμικά και μουσειακά χαρακτηριστικά. Το «Από αύριο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ» έδωσε την θέση του στο «ΕΘΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ».

Ο περιορισμός της Αντι-ΕΟΚικής ρητορικής και το «ΠΑΣΟΚ-κόμμα ειρήνης», μεταμόρφωσαν τον Ανδρέα Παπανδρέου από ηγέτη της αριστεράς σε ηγέτη της κεντροαριστεράς, κάνοντας την ΕΚ-ΝΔ περιττή παρουσία.

Το αποτέλεσμα των εκλογών του 1977 άλλαξε ριζικά το πολιτικό τοπίο. Μπορεί ο Καραμανλής να κέρδισε ξανά (όπως είπαμε όμως επρόκειτο για μια προσωπική νίκη) αλλά μεγάλος και πραγματικός νικητής ήταν ο Παπανδρέου, που αναδείχθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση. Η Νέα Δημοκρατία, παρά το ήταν νικήτρια των εκλογών, φαίνεται ότι είχε εξαντλήσει την «ασπίδα Καραμανλή» και είχε αρχίσει να χάνει ψηφοφόρους προς το ΠΑΣΟΚ. Ήταν φανερό ότι στις επόμενες εκλογές το ΠΑΣΟΚ θα απορροφούσε σχεδόν ολόκληρη την ΕΚ-ΝΔ αλλά και το κεντρώο τμήμα της Νέας Δημοκρατίας.

Λίγο πριν από τις εκλογές του Οκτωβρίου του 1981, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν 16,2% διαφορά του ΠΑΣΟΚ από την ΝΔ[1]. Ο Παπανδρέου προχωρούσε ξεκάθαρα σε μια πορεία άλωσης του μεσαίου χώρου. Έτσι και έγινε. Το ΠΑΣΟΚ αναδείχθηκε κυβέρνηση και ο Ανδρέας Παπανδρέου πρωθυπουργός με 48%!

Στην πρώτη θητεία του, το ΠΑΣΟΚ άσκησε αυτήν την πολιτική που είχε υποσχεθεί και ακριβώς αυτήν την πολιτική που ήθελε ο λαός: την πολιτική του αριστερόστροφου σοσιαλισμού και των «κοινωνικοποιήσεων». Αυτή η οικονομική πολιτική υπήρξε αρκετά δημοφιλής αλλά, όταν μετά τις εκλογές του 1985 αναγκάστηκε να πάρει σκληρά μέτρα λιτότητας, ήταν φανερό ότι αυτή η προσέγγιση είχε αποτύχει.

Η πίστωση χρόνου για την ολοκλήρωση της αλλαγής αλλά και η παλιά και ξεφτισμένη εικόνα της Νέας Δημοκρατίας, ανέδειξαν νικητή τον Ανδρέα Παπανδρέου στις εκλογές του 1985. Όμως το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές με άνεση κυρίως και επιπροσθέτως λόγω του νόμου της σύγκρισης: ο Παπανδρέου ήταν απόλυτος κυρίαρχος σε δημοτικότητα. Είχε το γνωστό σύνδρομο τεφάλ, του αντικολλητικού πολιτικού, αυτού που καμία λάσπη δεν τον πιάνει. Παρά τον έντονο ερειστικό του λόγο σε βάρος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η κοινή γνώμη τον θεωρούσε ικανότερο να λύσει τα προβλήματα του τόπου. Οι δύο συναπτές νίκες του 1981 και του 1985 επιβεβαίωσαν ότι η «ιδέα της αλλαγής» είχε ισχυρό δυναμισμό… μέχρι την επομένη της 2ας Ιουνίου του 1985, τότε ο Ανδρέας έπρεπε να γίνει δυσάρεστος!

Advertisement

Η περιπέτεια της αλλαγής τελειώνει απότομα με την ανακοίνωση των μέτρων λιτότητας όχι για την αλλαγή αλλά για την διαχείριση της κρίσης της. Ο Παπανδρέου έπρεπε να αλλάξει οικονομική πολιτική αλλά και ιδεολογική οπτική της κοινωνίας. Η ιδεολογία του είχε υποκύψει στην οικονομική πραγματικότητα, για αυτό έπρεπε να αφήσει την κρατικιστική οικονομική προσέγγιση και από οραματιστής πολιτικός έπρεπε να γίνει πραγματιστής και διαχειριστής. Φυσικά κάτι τέτοιο θα είχε πολιτική φθορά αλλά και αυτή η νέα πραγματικότητα θα δημιουργούσε μια νέα κοινή γνώμη, την οποία έπρεπε να ξανακερδίσει.

Έπρεπε να δείξει αντοχή και αν ελέγξει την προσωπική του φθορά έτσι ώστε στην συνέχεια να ανακάμψει. Το σύνδρομο τεφάλ θα ήταν αυτό που τελικά θα έσωζε τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ βοηθώντας τον να ξεπεράσει την κρίση με την μικρότερη δυνατή ζημιά στην εικόνα του. Χρειάστηκε απλά μια βοήθεια από τους αντιπάλους του!

Φυσικά όμως κάποιος έπρεπε να πληρώσει το τίμημα της «αλλαγής» πορείας: Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Κώστα Σημίτη.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου επιστράτευσε τον φιλελεύθερο Κώστα Σημίτη, ως τσάρο της οικονομίας, για να υλοποιήσει την ανάλογη πολιτική. Οι καλύτερες μέρες που είχε υποσχεθεί προεκλογικά είχαν αντίκρισμα σε ένα κοινωνικό σοκ που δημιούργησε πολιτική αναξιοπιστία και την ανάγκη ενός τεχνοκράτη.

Όσο ξαφνικά ανακοίνωσε τα μέτρα λιτότητας η κυβέρνηση Παπανδρέου τόσο ξαφνικά τα πήρε πίσω. Ο καθένας μπορεί να το δει όπως θέλει. Προεκλογικό παιχνίδι? Μόνο ο ίδιος ήξερε και οι συνεργάτες του. Το σημαντικό όμως και το ενδιαφέρον αυτής της κατάληξης είναι η παραίτηση Σημίτη. Ο Κώστας Σημίτης είχε χαραχτεί στην κοινή γνώμη ως ένας αυστηρός τεχνοκράτης και όταν η χώρα είχε ανάγκη έναν τεχνοκράτη θα τον αναζητούσαν. Η ανατροπή των μέτρων βοήθησε λοιπόν (από ότι φάνηκε) τον Πρωθυπουργό βραχυπρόθεσμα (με την άνοδο της δημοτικότητας του) αλλά και τον Σημίτη μακροπρόθεσμα.

Η συσσωρευτική σήψη όμως, ως κλασσικό απότοκο μακρόχρονης πολιτικής κυριαρχία, λειτούργησε ως διαρκές βάρος στην πλάτη του Παπανδρέου και έσκασε σαν βόμβα τελικά με το σκάνδαλο Κοσκωτά. Το σκάνδαλο Κοσκωτά (το οποίο εκδηλώθηκε λίγο αργότερα από την ασθένεια του Ανδρέα Παπανδρέου και το Σεφιλντ, κάτι που επηρέασε την κοινή γνώμη παρουσιάζοντας τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, για πρώτη φορά ως ανίκανο να διοικήσει, κάτι που διαψεύθηκε με την επιστροφή του) ήταν ένα σκάνδαλο με τα όλα του: προσπάθεια χειραγώγησης των ΜΜΕ, επιχειρηματίας αλλά και διάχυτη αίσθηση σκιερής συναλλαγής.

Η λεπτή ισορροπία, που κρατούσε το ΠΑΣΟΚ μπροστά από την Νέα Δημοκρατία ως το μικρότερο κακό, διαταράχθηκε τελείως και η ΝΔ προηγήθηκε. Ο Μητσοτάκης ξαφνικά παρουσιάστηκε ως η εναλλακτική, ως αποδοκιμασία του Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ.

Ο τελευταίος όμως, με τα ιστορικά λάθη που έκανε και την ακρότητα με την οποία αντιμετώπισε το Σκάνδαλο Κοσκωτά σέρνοντας τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο με ελάχιστα αποδεικτικά στοιχεία, δημιούργησαν ένα αρνητικό κλίμα σε βάρος του και έστρεξαν ξανά την κοινή γνώμη κοντά στον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Η δε οικονομική πολιτική που εφάρμοσε σε συνδυασμό με την κατάληξη του Μακεδονικού, έδωσαν σε λιγότερο από τρία χρόνια την διακυβέρνηση της χώρας ξανά στα χέρια του Παπανδρέου.

Ωστόσο το ΠΑΣΟΚ, μετά την επάνοδο του στην εξουσία, δεν ήταν το ίδιο. Μια νεότερη γενιά στελεχών έφερνε έναν νέο αέρα, πιο ευρωπαϊκό και πιο πραγματιστικό. Λησμονώντας πιο γρήγορα από το αναμενόμενο το Βρώμικο ’89 αλλά και τις λαοσυνάξεις για το Μακεδονικό, το κόμμα άρχισε να δείχνει δείγματα απεγκλωβισμού από τα παλιά στερεότυπα[2].

Το εκλογικό σώμα είχε μετατεθεί από την αριστερά προς το κέντρο ενώ ο σοσιαλισμός και οι κρατικίστικες πολιτικές είχαν μεταλλαχθεί σε πραγματισμό και ιδιωτική οικονομία. Η τριετία Μητσοτάκη ήταν αυτή που κληροδότησε αυτήν την κατάσταση στην επόμενη κυβέρνηση και αν υπάρχει τουλάχιστον κάτι που ο Ανδρέας Παπανδρέου άφησε ως παρακαταθήκη στο ΠΑΣΟΚ, πέρα από ιστορία και ένα πλειοψηφικό ρεύμα, είναι η ευκολία προσαρμογής στις ανάγκες των καιρών. Όταν ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ έφυγε από την ζωή, οι επόμενοι του έπρεπε να συνεχίσουν το έργο του προς αυτήν την κατεύθυνση.


[1] MRB για το ΚΠΕΕ τον Σεπτέμβριο του 1981

[2] Νίκος Αλιβιζάτος, Πραγματιστές, Δημαγωγοί και Ονειροπόλοι, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2015

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Ο αψεγάδιαστος κ. Καραμανλής και η ώρα της σούμας

*Του Δημήτρη Κορσαββίδη Την πρώτη του δημόσια ομιλία σε ανοιχτή συγκέντρωση, ύστερα από δέκα χρόνια σιωπής, έδωσε εχθές 26/06 ο πρώην πρωθυπουργός κ. Κώστας Καραμανλής, στην παρουσίαση των υποψηφίων της ΝΔ στο Ν. Θεσσαλονίκης.Στη σύντομη ομιλία του, τήρησε την παράδοση και είπε πολλά, χωρίς επί της ουσίας να πει τίποτα. […]

Κάνε εγγραφή