Το βαθύ κράτος: μια ιστορία για την ελληνική δημόσια διοίκηση

του Δημήτρη Κορσαββίδη

Ήταν 22 Απριλίου 1967 και το status quo στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας είχε ήδη αλλάξει δραματικά. Η χούντα των συνταγματαρχών είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, έχοντας ως νομιμοποίησή της τη.. στήριξη του στρατού. Το πολιτικό σύστημα, όσοι εκ των πολιτικών δεν έχουν ήδη συλληφθεί, προσπαθεί να σώσει τον εαυτό του από τις ρεβανσιστικές διαθέσεις του καθεστώτος, το οποίο έχει ήδη δώσει δείγματα γραφής: οι φυλακίσεις και τα βασανιστήρια, η κατάλυση των άρθρων και του πνεύματος του συντάγματος, έγιναν πρακτική από την πρώτη κιόλας ώρα.

           Αυτό που ονομάζουμε «Κράτος», το σύνολο των υπαλλήλων και των δομών του δημοσίου, βρίσκεται μπροστά στη νέα πραγματικότητα: Τη χούντα των συνταγματαρχών. Αν σκεφτεί κανείς ποιοι αποτελούσαν τότε τον κρατικό μηχανισμό, τις μεθόδους πρόσληψης υπαλλήλων, τις διαδικασίες και τα κριτήρια για την επιλογή της διοίκησης του κρατικού μηχανισμού, δεν πρόκειται να εκπλαγεί από το γεγονός ότι η ζωή συνεχίστηκε κανονικά! Φυσικά, οι όποιες –ελάχιστες– σπίθες αντίστασης πνίγηκαν στο αίμα, κυριολεκτικά. Το «Κράτος» βρίσκεται παραδωμένο κανονικά και με τον (αστυ)νόμο στους Δικτάτορες. Τα υπόλοιπα για τους χουντικούς είναι εύκολα. Όταν ελέγχεις τη δικαιοσύνη, τις ένοπλες δυνάμεις, τα σώματα ασφαλείας, τις δημόσιες υπηρεσίες και έχεις φροντίσει να εκτοπίσεις τους πολιτικούς σου αντιπάλους, δεν έχεις για πολλά να ανησυχείς. Για την ακρίβεια έχεις μόνο ένα: τον λαό. Αυτός ήταν, άλλωστε, και ο αστάθμητος παράγοντας που οδήγησε, επτά χρόνια μετά, τη χούντα σε άτακτη υποχώρηση, μαζί με την εθνική τραγωδία της Κύπρου, που άφησαν οι δικτάτορες για παρακαταθήκη.

            Και ενώ θα περίμενε κανείς, με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, να υπάρξει  μια ριζική εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τα υπολείμματα του τυραννικού καθεστώτος, αυτό ουδέποτε συνέβη. Στη δαμόκλειο σπάθη της δικαιοσύνης βρέθηκαν ελάχιστοι: οι 28 πρωταίτιοι καταδικάστηκαν τον Αύγουστο του 1975, ενώ το επόμενο διάστημα (σε υπόλοιπα δικαστήρια) καταδικάστηκαν μερικές ακόμη δεκάδες συνεργατών τους. Για τις χιλιάδες «μικρότερων» συνεργατών τους ούτε λόγος. Για αυτούς ακολούθησε η μεταπολίτευση, στην οποία οι περισσότεροι βαπτίσθηκαν δημοκράτες και έλαβαν ένα καλό κομμάτι από την οικονομική και κοινωνική πρόοδο που συνετελέσθη τις επόμενες δεκαετίες. Άξιος ο μισθός τους! Οι φυσικοί και ιδεολογικοί απόγονοι αυτών βρέθηκαν τις επόμενες δεκαετίες, ως τα σήμερα, σε περίοπτες θέσεις του δημοσίου. Από χουντικοί μετατράπηκαν σε πατριώτες και νοικοκυραίοι. Άλλωστε η μνήμη έπρεπε να πεθάνει. Η ιστορία έπρεπε να σβηστεί. Ποιος θυμάται ότι ο καθωσπρέπει κύριος τάδε είναι γιος του χουντικου αξιωματικού που επί επταετίας απέκτησε περιουσία και κύρος; Ποιος θυμάται ότι ο καθωσπρέπει κύριος τάδε πήρε αναξιοκρατικά την άδεια επαγγέλματος επί χούντας; Προείχε η εθνική συμφιλίωση…

Advertisement

Τα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι σήμερα, οι κυρίες και οι κύριοι αυτοί, μαζί με νέους και νέες  της ίδιας ή παρόμοιας συνομοταξίας, φρόντισαν να υπηρετήσουν πιστά κάθε κυβέρνηση. Όχι, δεν είναι κυβερνητικοί. Προσωπική η στρατηγική τους. Αντιλαμβανόμενοι κάθε φορά το «κλίμα» στην κοινωνία, το «ρεύμα», φρόντισαν να προσαρμόζονται εγκαίρως και να ρίχνουν τις γέφυρές τους. Χωρίς κανένα ενδοιασμό, καμία ντροπή, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, χόρεψαν ζεϊμπέκικο και πέταξαν γαρύφαλλα, διαδήλωσαν και συνέφαγαν με πολλούς υπουργούς, πολλά κομματικά στελέχη, από πολλά κόμματα, σε πολλές συνθήκες. Αυτό που πάντα έμενε αναλλοίωτο στο χρόνο και στη συγκυρία, σα να μην πέρασε μια μέρα, ήταν το πάθος αυτών για εξουσία. Όχι όμως θεσμική εξουσία. Δεν ήθελαν -και το κατάφεραν- να εκτεθούν. Μιλάμε για εξουσία παραθεσμική, στα όρια του παρακράτους. Κάθε ένας και κάθε μία από εμάς γνωρίζει κάποιους από αυτούς. Τους έχετε συναντήσει σε διαδρόμους υπουργείων να πηγαινοφέρνουν «χαρτάκια». Τους έχετε συναντήσει σε κομματικά γραφεία να παραδίδουν διαπιστευτήρια αιώνιας πίστης και αγάπης σε οιονδήποτε μπορούσε να τους φανεί χρήσιμος. Και κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν ότι το τέλος κοντοζυγώνει, ότι το ρεύμα προχωρά, ότι το status quo αλλάζει, με αριστοτεχνικό τρόπο που κληρονόμησαν ως προίκα από τους πολιτικούς και φυσικούς προγόνους τους, έκοβαν γέφυρες με τους μεν και αξιοποιούσαν τις γέφυρες με τους δε. Πάντα όμως, προσεκτικά, χωρίς να χαλάνε συμμαχίες. Κρατώντας τις εφεδρίες και τις επαφές.

Έτσι λοιπόν, κάθε μέρα που ξημερώνει, αντί να ξυπνάνε ιδρωμένοι με ντροπή, ξυπνάνε χαρούμενοι και ευδιάθετοι.

Διότι όποιο κι αν είναι το καθεστώς, όποια νομιμοποίηση κι αν διαθέτει, αυτοί ξέρουνε ότι το status quo της εξουσίας είναι πάντα το ίδιο…..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Απασχόλησε περισσότερο η διαιτησία

Του Γιάννη Κατσίκη Λίγα γκολ, χαμένες ευκαιρίες, ακυρωθέν γκολ, μία κόκκινη κάρτα και ένα πέναλτι που δεν δόθηκαν. Πιο πολύ το κομμάτι της διαιτησίας απασχόλησε στην μεγάλη επιστροφή του Uefa Champions League έναν μήνα μετά τους τελευταίους αγώνες. Στον ένα αγώνα η Λίβερπουλ υποδέχτηκε την Πόρτο,επιβεβαιώνοντας το τίτλο του <<φαβορί>> […]

Κάνε εγγραφή