Το Ευρω-Σύμφωνο που Χρειαζόμαστε

Τον τελευταίο χρόνο οι Ευρωπαϊκές αρχές έχουν θέσει σε αναστολή τα μέτρα που ορίζει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) για την επίτευξη ελλειμάτων χαμηλότερων του 3% και για την ύπαρξη του δημόσιου χρέους που δε θα ξεπερνάει το 60% του ΑΕΠ. Δεδομένης και της σημερινής κατάστασης, και της πρωτόγνωρης ύφεσης που βίωσε η Ευρωζώνη το 2020, η αναστολή των κανόνων του ΣΣΑ θα υφίσταται το πιθανότερο μέχρι και το 2022. Για να δούμε τους τρόπους, με τους οποίους οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα μπορούσαν να αναθεωρήσουν το ΣΣΑ θα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε δύο καίρια ερωτήματα.

 Πρωτίστως, πρέπει να δούμε γιατί δημιουργήθηκε αρχικά το ΣΣΑ και ποια η σημασία του. Το ΣΣΑ τέθηκε σε εφαρμογή το 1997- επιφέροντας τις αντίστοιχες αναθεωρήσεις μέσω της Συνθήκης του Άμστερνταμ- ως μέσο δημοσιονομικής πειθαρχίας, το οποίο θα δέσμευε τα κράτη-μέλη από την εφαρμογή υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμάτων.Οι συγκεκριμένοι κανόνες θα βοηθούσαν τα κράτη-μέλη ώστε να διατηρούν μια βιώσιμη δημοσιονομική πορεία, χωρίς υπέρογκα δημόσια χρέη, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πακέτα διάσωσης, και θα απέτρεπε την παρουσία αρνητικών “spillovers” σε άλλες χώρες της νομισματικής ένωσης εξαιτίας των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Παρόλο που το ΣΣΑ έχει αναθεωρηθεί ήδη από το 2005, ώστε να μην επιβάλλονται κυρώσεις στα κράτη-μέλη που υπερβαίνουν τα συγκεκριμένα όρια, είναι αναγκαίο να υπάρχουν κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας σε μία νομισματικής ένωση. Άρα, στο πρώτο ερώτημα για την παρουσία των κανόνων γίνεται σαφές πως πρέπει να έχουμε δημοσιονομικούς κανόνες παρά τις επιπτώσεις της πανδημίας.

 Το δεύτερο ερώτημα, αφορά στο είδος του σοκ που δέχθηκε η Ευρωπαϊκή οικονομία λόγω της πανδημίας. Η αρχική εικόνα που λάβαμε, λόγω του κλεισίματος διαφόρων επιχειρήσεων και τις μεταβολές στα διεθνή δίκτυα μεταφορών, μεταφράστηκε σε σοκ από την πλευρά της προσφοράς, το οποίο δε θα θύμιζε τις προηγούμενες υφέσεις του 2000, οι οποίες αποτέλεσαν χρηματιστηριακές κρίσεις από την πλευρά της ζήτησης. Στην περίπτωση ενός σοκ από την πλευρά της προσφοράς, οι επεκτατικές κρατικές πολιτικές καθίστανται αναποτελεσματικές και πολλές φορές πληθωριστικές. Όταν όμως έχουμε ένα σοκ από την πλευρά της ζήτησης, τότε είναι αναγκαία η επιβολή μέτρων δημοσιονομικής επέκτασης, όπως τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης και τα επιδόματα εργαζομένων, ώστε να μπορέσει να ενεργοποιηθεί η ζήτηση. Το συμπέρασμα των Olivier Blanchard και Jean Pisani-Ferry ήταν ότι το σοκ που βίωσε η Ευρωπαϊκή οικονομία ήταν ένα ταυτόχρονο σοκ από την πλευρά της ζήτησης και της προσφοράς, αλλά η ζήτηση συρρικνώθηκε περαιτέρω δημιουργώντας ανάγκη για επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές.

 Επομένως, συμπεραίνουμε ότι είναι αναγκαία η αναθεώρησή του υπάρχοντος ΣΣΑ λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημίας, δίνοντας μεγαλύτερα περιθώρια για δημοσιονομική επέκταση, αλλά θα πρέπει να παραμείνει ένα θεσμικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει τη δημοσιονομική σταθεροποίηση. Το πρώτο που πρέπει να αναθεωρήσουμε είναι οι ίδιοι οι αριθμοί που υπάρχουν διαθέσιμοι. Το υπόδειγμα του 60% για το χρέος και 3% για το έλλειμα είναι διαμορφωμένο για τις συνθήκες του 1997 όταν το μέσο επίπεδο χρέους των 11 μελών της Ευρωζώνης ήταν στο 60% του ΑΕΠ, η ετήσια μεγέθυνση ήταν στο 3% και ο πληθωρισμός στο 2%. Σήμερα, οι συνθήκες έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά, το χρέος έχει ανέβει και για πολλές χώρες το 60% μοιάζει ουτοπικό, και είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε πως «Όταν τα δεδομένα αλλάζουν, αλλάξτε το σύμφωνο».

 Το κλειδί για να διατηρήσουμε το χρέος σε χαμηλά επίπεδα, τα οποία φυσικά και δε μπορούν να είναι το άπιαστο 60% είναι η περίφημη σχέση που παρουσίασε ο Olivier Blanchard για τη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων και του ρυθμού μεγέθυνσης. Ο Blanchard εκφράζει την άποψη πως όσο τα επιτόκια δανεισμού παραμένουν χαμηλότερα από το ρυθμό μεγέθυνσης, το δημόσιο χρέος μια χώρας μπορεί να μειωθεί χωρίς την εφαρμογή πολιτικών δημοσιονομικής προσαρμογής. Το μέλλον είναι ιδιαιτέρως αμφίβολο και δε μπορούμε να ξέρουμε αν αυτή η σχέση θα διατηρηθεί έστω και μεσοπρόθεσμα, όμως η ιστορική πορεία των πανδημιών οδηγεί σε μείωση των επιτοκίων, σε σχέση με περιπτώσεις πολέμου και θα ήταν σκόπιμο να προσδοκούμε μια συστημική πτώση των επιτοκίων λόγω της πανδημίας.

Advertisement

 Αν η σχέση που παρουσίασε ο Blanchard μπορεί να ακολουθηθεί ως οδηγός για τη μελλοντική πορεία του δημοσίου χρέους των χωρών της Ευρωζώνης, τότε περαιτέρω πτωτικές πιέσεις στα επιτόκια δανεισμού των χωρών θα προσφέρουν περισσότερες δυνατότητες για επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές και για ελλείματα που θα ξεπερνούν το 3%, αλλά θα είναι βιώσιμα εξαιτίας των μακροοικονομικών συνθηκών. Πρακτικά, το 60% είναι ένα ανυπόστατο  και άπιαστο όνειρο που είχε λογική συνέπεια στα τέλη του 1990, ενώ το 3% για τα ελλείματα θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλότερο αν ισχύσουν οι προβλέψεις για μειωμένα επιτόκια και διατηρηθεί η σχέση Blanchard.

 Πρέπει να παραδεχτούμε ότι μια κάθετη αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων προς τα πάνω, αποτελεί μια πολύ δύσκολη πολιτική επιλογή, η οποία παραμένει αμφιβόλως εφαρμόσιμη. Κρίνοντας από την απόφαση του Συμβουλίου να δημιουργήσει το πρόγραμμα Next Generation EU, συνολικής αξίας €750 δις, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων χαμηλότοκα δάνεια που θα δοθούν στα πληγέντα κράτη-μέλη μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα μπορούσε μια μελλοντική αναθεώρηση του ΣΣΑ να γίνει ως προς το είδος των πιστωτών. Είναι πολύ διαφορετικό μια χώρα να χρωστάει το 50% του χρέους της στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως συμβαίνει σήμερα με την Ελλάδα, από το να δανείζεται κατευθείαν από τις αγορές. Ο κίνδυνος στάσης πληρωμών και η επικινδυνότητα του χρέους στην πρώτη περίπτωση είναι πολύ χαμηλότερη.  

 Πέρα από την αναθεώρηση του ΣΣΑ, ως προς τα ποιοτικά στοιχεία που απαρτίζουν το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών υπάρχουν και δύο ακόμα ιδιαιτέρως δημοφιλείς προτάσεις που κρίνω ως ιδιαιτέρως αποτελεσματικές. Η πρώτη άποψη μιας ομάδας Γάλλων και Γερμανών οικονομολόγων πρότεινε την αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων που εστιάζουν στο δομικό έλλειμα και στους απόλυτος αριθμούς, από έναν απλό κανόνα δημοσιονομικών εξόδων καθοδηγούμενο από ένα μακροχρόνιο στόχο μείωσης του χρέους, ο οποίος θα επιβλέπεται πρωτίστως από τις εγχώριες αρχές και θα επιτυγχάνει μια πορεία αντίθετα με τους κύκλους.  

Παρόλο που η συγκεκριμένη πρόταση προσφέρει τη δυνατότητα στις εγχώριες δημοσιονομικές αρχές να ελέγχουν τον κανόνα που επιθυμούν να ακολουθήσουν, θεωρώ ότι πρέπει να ακολουθηθεί από μια δομική μεταρρύθμιση των θεσμών της Ευρωζώνης, κάτι που παραμένει αμφίβολο. Η δεύτερη και ίσως πιο εύκολα εφαρμόσιμη πρόταση αφορά την αντικατάσταση των δημοσιονομικών κανόνων από δημοσιονομικές προδιαγραφές, τις οποίες θα ελέγχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω των ήδη υπάρχοντών διαδικασιών ελέγχου των προϋπολογισμών των κρατών-μελών. Η Επιτροπή θα θέτει τις προδιαγραφές που θα πρέπει να ακολουθεί κάθε κράτος-μέλος ξεχωριστά ώστε να επιτύχει μακροχρόνια τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών του μεγεθών, ακόμα κι αν αυτό συνεπάγεται μεγάλα ελλείματα που θα μπορούν να χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν την ανάπτυξη της οικονομίας. Αναμφίβολα, η αναθεώρηση του ΣΣΑ είναι μια ιδιαιτέρως πολύπλοκη διαδικασία, όμως μια ποιοτική αλλαγή ως προς το είδος των πιστωτών και μια διαφοροποίηση των στείρων κανόνων από μεταβαλλόμενες προδιαγραφές θα δημιουργήσει το ανθεκτικό δημοσιονομικό περιβάλλον που χρειαζόμαστε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάνε εγγραφή