Το κράτος της Εθνικοφροσύνης: το σύστημα εκτάκτου ανάγκης που οδήγησε την Ελλάδα από τον δωσιλογισμό στην Χούντα

Η Εναλλακτική, ενόψει των 53 ετών από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, κάνει αναλυτική ιστορική περιγραφή για την Δικτατορία που σημάδεψε την ιστορία της πατρίδας μας και που επιτέλεσε μια σκοτεινή πολιτική αλλαγή, όσο μάλλον κανένα άλλο πολιτικό γεγονός, πέρα από τον Εμφύλιο.

Η έννοια της Εθνικοφροσύνης, όπως έχει διαμορφωθεί ιστορικά, έχει πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Κύριο και βασικό χαρακτηριστικό της, και ουσιαστικά συνώνυμο της, είναι ο σκληρός αντικομμουνιστικός της χαρακτήρας, λόγος και ρητορική. Αυτός ο λόγος με την έμφαση στον εσωτερικό εχθρό, το κομμουνισμό, το ΚΚΕ, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, είναι τόσο δυνατός που θα λέγαμε ότι ξεπερνάει κάθε επίπεδο αντιπαράθεσης. Η μάχη, με άλλα λόγια, εναντίον των «εαμοβούλγαρων» είναι τόσο ιερή που συγχωρεί ακόμα και δοσίλογους ή συνεργάτες των Γερμανών, ταγματασφαλίτες και στελέχη κατοχικών κυβερνήσεων.

Αυτή η συμπεριφορά, που υπό άλλες συνθήκες θα συνιστούσε μια βαριά προδοτική και αντεθνική πράξη, ευαγγελίστηκε φαίνεται από τις επιταγές των ημερών. Και τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος ανέδειξαν νικητή τις δεξιές δυνάμεις του πολιτικού συστήματος, που με την σειρά τους έσπευσαν να διαμορφώσουν το κράτος στα δικά τους μέτρα και να αποκλείσουν τελικά τους ηττημένους ωθώντας τους στην παρανομία. Η αίσθηση του κοινού αγώνα για το «έθνος» είναι συνεχής, τόσο πριν τον πόλεμος όσο όμως και μετά. Αυτή είναι η ιδέα έντυσε το κράτος μετεμφυλιακά και ανέπτυξε μια κοινωνική και πολιτική πρακτική που νομιμοποίησε το «εμείς» και «αυτοί» στην βάση του «Έθνους» και του «Εχθρού του Έθνους», εικονογραφώντας ένα διχοτομημένο κοινωνικό στρώμα, που ξεπερνάει πολύ την Κατοχή. Σε αυτήν την διχοτόμηση, στα δύο δίπολα δηλαδή, δεν περισσεύουν ούτε οι Τεταρτοαυγουστιανοί, ούτε οι Ταγματασφαλίτες, καθώς το έθνος τους χρειάζεται όλους μαζί ενάντια στον έναν και κοινό εσωτερικό εχθρό.

Αυτή η διχοτόμηση έλαβε μορφή σχεδόν σε όλες τις δομές του «νέου» πολιτικού συστήματος: ξεκινώντας από την ιστοριογραφία και φθάνοντας ως και τους κοινοβουλευτικούς λόγους και τα δικαστήρια.

Αρχικά στην ιστοριογραφία, μπορούμε να πούμε ότι στήθηκε όλο το αφήγημα του κράτους της εθνικοφροσύνης. Με αρχή την περίοδο 1945-1958 (όπου η ΕΔΑ και η Αριστερά κάνουν την εμφάνιση τους αμφισβητώντας την ηγεμονία της Εθνικοφροσύνης), είναι εμφανής ο σκληρός αντικομμουνιστικός λόγος, στον οποίο ωστόσο τα Τάγματα Ασφαλείας είτε δεν αναφέρονται είτε καταδικάζονται χωρίς κανέναν δυσταγμό. Είναι ακόμα νωρίς χρονικά και είναι ακόμα νωπές οι αναμνήσεις της Κατοχής για υπάρξει πλήρες ξέπλυμα των δοσίλογων. Παρόλαυτα οι ελάχιστοι που ανοιχτά τα υπερασπίζονται παρουσιάζουν τα επιχειρήματα που αργότερα θα χρησιμοποιηθούν από το σύνολο του εθνικόφρονος πολιτικού συστήματος. Σύμφωνα με αυτούς, τα Τάγματα Ασφαλείας επιτέλεσαν ένα έργο εθνικής σημασίας καθώς ουσιαστικά πολεμούσαν τους κομμουνιστές, τους «εθνοπροδότες» του ΚΚΕ και ανέτρεπαν τις προσπάθειες τους να πάρουν την εξουσία και να φέρουν την «αναρχία». Ήταν η αρχή δηλαδή, μιας ψυχολογικής διαφώτισης του κοινού για τον προδοτικό ρόλο του ΚΚΕ κατά την διάρκεια της κατοχής, που αργότερα, ύστερα από την εμφάνιση της ΕΔΑ και την αμφισβήτηση του μετεμφυλιακού οικοδομήματος, μετατράπηκε στην βάση νομιμοποίησης αυτού που ονομάστηκε «κράτος της Δεξιάς». Η Εθνικοφροσύνη, στα όρια της (και ιδιαίτερα μετά το πραξικόπημα του 1967), αναγνώρισε «με απόσταση χρόνου, ψυχραιμία και αντικειμενικότητα» τα Τάγματα Ασφαλείας ως τμήμα της Εθνικής Αντίστασης, χαρακτηρίζοντας της κατηγορίες για «συνεργασία με τους Γερμανούς» ως συκοφαντίες, που υποκινούνταν από τους κομμουνιστές.

Αυτή πολιτική δικαίωση στηρίχθηκε σε συγκεκριμένα διαχρονικά επιχειρήματα: η φιλοσυμμαχική τους διάθεση, που εξαγόταν από την απουσία αντι-συμμαχικής διάθεσης, η φαινομενική μόνο συνεργασία με τους Γερμανούς (με ταύτιση τους με τους αμαρτολούς επί Τουρκοκρατίας), το ηρωικό παρελθόν τους (στο μέτωπο της Αλβανίας στην Μ.Ασία), το εθνικό τους φρόνημα, ο αμυντικός τους χαρακτήρας ενάντια στον «αναρχικό κίνδυνο» αλλά και η ιδιότητα τους ως το αναγκαίο κακό έναντι του κομμουνισμού, είναι τα επιχειρήματα που αρθρώθηκαν σε επίπεδο ιστοριογραφίας προκειμένου να δικαιωθούν οι συνεργάτες των Γερμανών και ιδίως οι Ταγματασφαλίτες για τον κατοχικό τους ρόλο.

Τέτοια επιχειρήματα, ωστόσο, πέρασαν και στο κοινοβουλευτικό λόγο των πολιτικών κατά την μετεμφυλιακή περίοδο. Η επαναφορά των δοσίλογων και των στελεχών των κατοχικών κυβερνήσεων στο αγωνιζόμενου έθνους στηρίχθηκε ακριβώς στο δύσκολο εσωτερικό πολιτικό κλίμα του εμφυλίου αλλά και στην μετατόπιση του ενδιαφέροντος του κράτους από τα γεγονότα της Κατοχής σε αυτά του Εμφυλίου.

Χαρακτηριστικές ήταν οι περιπτώσεις βουλευτών, όπως ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης (αρχηγός του κόμματος των Εθνικοφρόνων και διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας επί κατοχικής πρωθυπουργίας Ράλλη), που μιλούσαν για «αθώους, εθνικόφρονες πολίτες στην φυλακή», ενώ οι κομμουνιστές, «οι οποίοι εσφαγιάσαν τα εθνικά μας δίκαια, εσφαγιάσαν την πατρίδα, και εσφαγιάσαν τον Ελληνικόν λαόν», έχουν λάβει αμνηστία.

Advertisement

Την ίδια στιγμή το εθνικόφρον επιχείρημα, έφτασε από το επίπεδο της υψηλής πολιτικής στο επίπεδο των μαζών και της κοινωνίας. Δεν ήταν λίγοι οι συγγενείς καταδικασθέντων συνεργατών των Γερμανών, αλλά και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, που χρησιμοποιούσαν ως απολογητικό στοιχείο ότι «η δίωξη των δοσιλόγων αποστερούσε το επίσημο κράτος από ένα πολύτιμο και εμπειροπόλεμο δυναμικό για τη στελέχωση του μαχόμενου στρατού, ενώ ταυτόχρονα από την άλλη συντηρούσε τη δυναμική της ανταρσίας».

Οι εσωτερικοί κοινωνικοπολιτικοί συσχετισμοί λοιπόν άλλαξαν πολύ γρήγορα κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου Πολέμου, διαγράφοντας τα κληροδοτήματα της Κατοχής και θέτοντας ένα νέες προκλήσεις στο Έθνος.

Η τιμωρία των συνεργατών των Γερμανών έδωσε την θέση της στην αφομοίωση με κύριο ενορχηστρωτή το κράτος, κάτι που έγινε εμφανές κυρίως μέσω των παρεμβάσεων του τελευταίου στις διαδικασίες της δικαιοσύνης.

Από τη μεριά της, η δικαιοσύνη είχε επηρεαστεί από το πολωμένο πολιτικοκοινωνικό κλίμα με αποτέλεσμα να ήταν ευάλωτη στις παρεμβάσεις θεσμικών και εξωθεσμικών παραγόντων ή και ακόμα προσπελάσιμη. Την ίδια στιγμή σημαντικοί θεσμοί του κράτους, καθοριστικοί για το έργο της, όπως η αστυνομία, αντί για συνδρομητές και βοηθοί αποδείχθηκαν, τελικά, εμπόδια, ενώ ένας αριθμός δικαστικών λειτουργών ενεπλάκη σε δοσοληψίες με τους κατηγορούμενους, με σκοπό το κέρδος. Όλα αυτά συνετέλεσαν στην διαμόρφωση ενός συστήματος τυφλής και κατευθυνόμενης απονομής δικαιοσύνης.

Η δέσμευση για αδέκαστη δικαιοσύνη κατέρρευσε. Το κράτος δεν κατάφερε να κρατήσει αποστάσεις από τους κατόχους κατοχικών χαρτοφυλακίων και τελικά η πολιτική αλώθηκε από τους κατηγορούμενους, που είχαν ακόμα ανοιχτές υποθέσεις με τη δικαιοσύνη. Με αυτόν τον τρόπο, οι παρεμβάσεις στην δικαιοσύνη, τα πολιτικά κόμματα, ως πολιορκητικοί κριοί απέναντι στην δικαιοσύνη, αλλά και η εισβολή πολιτικών παραγόντων στις δικαστικές αίθουσες δεν θα μπορούσαν να είναι τίποτα άλλο από μια φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Από την στιγμή που η αυτοκάθαρση του πολιτικού συστήματος απέτυχε, που η ίδια η πολιτική εκπροσώπηση, ο χώρος των ελίτ προσβλήθηκε από το ιό του δοσολογισμού, η δικαιοσύνη δεν μπορούσε να κάνει το έργο της σωστά.

Τελικά, οι στρεβλώσεις του κράτους, η αδυναμία της δικαιοσύνης για διερεύνηση όλων των υποθέσεων αλλά και οι υψηλές επαφές, οδήγησαν πολλούς υπόδικους (ειδικά μεταξύ 1945-46) σε προσωρινή απόλυση, με συνέπεια η συντριπτική πλειοψηφία αυτών να εξαφανιστεί.

Είναι, συνεπώς, εμφανές ότι το ποιος είναι ο εχθρός έχει να κάνει με την ίδια την μάχη, έχει να κάνει με το παρόν ακόμα και αν το πολύ νωπό και κοντινό παρελθόν έδινε μηνύματα αντίθετα. Στην περίπτωση του μετεμφυλιακού κράτους και της κρατικής ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης, οι συνεργάτες των Γερμανών ήταν ένας σημαντικός σύμμαχος, γιατί μπορεί να ήταν δοσίλογοι, δεν ήταν όμως κομμουνιστές, δεν ήταν εθνοπροδότες και εχθροί του έθνους. Σε αυτήν την περίπτωση, τα Τάγματα Ασφαλείας και τα στελέχη των κατοχικών κυβερνήσεων αφομοιώθηκαν από τον κρατικό μηχανισμό και από το έθνος είτε σε ομάδες κρούσεις είτε ακόμα και στο ίδιο το κράτος. Η ανάγκη διατήρησης της Εθνικοφροσύνης έφερε την ιστορική, πολιτική και κοινωνική λήθη, τις παρεκτροπές και τα παρασυντάγματα μέχρι που το ίδιο το πολιτικό σύστημα τελικά μπήκε σε γύψο».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Η Προοδευτική Παράταξη οφείλει να προσαρμοστεί και να νικήσει ολοκληρωτικά το αόρατο εχθρό της διαφθοράς!

Όλοι ξέρουμε ότι το αντικείμενο της πολιτικής έχει μέσα στοιχεία κυνισμού, δικαίου της πυγμής και πολλά άλλα, αλλά αυτό που ζούμε αυτές τις μέρες είναι κάτι που έχει ξεπεράσει πολύ τα όρια. Βλέπουμε τηλεπερσόνες να εκθειάζουν έναν άνθρωπο που ασκεί την εξουσία με άλλους τρόπους, αξιοποιώντας άλλες οδούς, στην προσπάθεια […]

Κάνε εγγραφή