Το τέλος της δημιουργικής καταστροφής: ο εκφυλισμός των αγορών στο πλαίσιο της μεταδημοκρατικής δυναμικής

Στο παρόν κείμενο θα μιλήσουμε για τις επιπτώσεις της Μεταδημοκρατίας στην ελεύθερη αγορά και στην ίδια την λογική του καπιταλιστικού συστήματος. Πρώτα από όλα όμως είναι απαραίτητο να δοθεί μια περιεκτική και όσον το δυνατό σύντομη εικόνα για το τι είναι ακριβώς η Μεταδημοκρατία.

Σύμφωνα με τον Colin Crouch, τον βασικό θεωρητικό της μεταδημοκρατικής θεωρίας, η δημοκρατία βρίσκεται σε μια περίοδο καμπής (Crouch, 2006, σελ. 55), που έχει ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός νέου προτύπου πολιτοκοινωνικού συστήματος, κατά το οποίο, παρά το γεγονός ότι διεξάγονται εκλογές και οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν, ο προεκλογικός αγώνας είναι ένα πλήρως ελεγχόμενο θέαμα, που ενορχηστρώνεται από ανταγωνιστικές ομάδες επαγγελματιών ειδικευμένων στις τεχνικές της πειθούς, και επικεντρώνεται στενά σε ένα μικρό φάσμα θεμάτων που επιλέγονται από τις συγκεκριμένες ομάδες. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική διαμορφώνεται στον ιδιωτικό χώρο εκχωρώντας όλο και περισσότερες εξουσίες στα επιχειρηματικά συμφέροντα με την πολιτική ζωή και τις κυβερνήσεις να τίθενται σταδιακά υπό τον έλεγχο προνομιακών στρωμάτων.

Σημαντικό ρόλο στην μεταδημοκρατική τάση παίζει η Παγκόσμια Εταιρεία, η προσωποποίηση με άλλα λόγια της επιχειρηματικής ολιγαρχίας, των συγκεντρώσεων ισχύος. Σύμφωνα με τον Crouch, η Παγκόσμια Εταιρεία είναι ο θεμελιώδης θεσμός του μεταδημοκρατικού κόσμου, μια ευέλικτη εταιρεία φάντασμα, γέννημα του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος και της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων κεφαλαίου-εργασίας και των συνθηκών παραγωγής. Είναι μια εύπλαστη, ευέλικτη, διαρκώς μεταβαλλόμενη χίμαιρα (Crouch, 2006, σελ. 99).

Η αλλαγή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, ως αποτέλεσμα ακριβώς της αλλαγής των συνθηκών παραγωγής και της ανάπτυξης του τριτογενούς τομέα, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δυσκολίας δημιουργίας νέων συλλογικών ταυτοτήτων (ή ακόμα και της διατήρησης των παλιών). Όπως είναι λογικό, αυτό έχει επιπτώσεις στον τρόπο κινητοποίησης των μαζών και μακροπρόθεσμα στον ίδιο τον θεσμό του πολιτικού κόμματος. Η συμμετοχή μειώνεται (στο θέμα αυτό εξαιρετική είναι και η ανάλυση του Peter Mair, 2020), η τεχνοκρατική αντίληψη της πολιτικής (ή αλλιώς η επαγγελματοποίηση της πολιτικής) κυριαρχεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, που η κρίση του πολιτικού είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από την εξειδίκευση του ειδικού (Mair, 2020, σελ. 35) με αποτέλεσμα το κόμμα των ομόκεντρων κύκλων και της μαζικής οργάνωσης να χάνεται. Φυσικό επακόλουθο όλων αυτών είναι η δύσκολη κινητοποίηση πόρων από την πλευρά των κομμάτων, το πέρασμα στην πολλυσυλλεκτικότητα και τελικά οι εναλλακτικές μορφές εξεύρεσης οικονομικής στήριξης με την τελική κατάληξη την παγκόσμια εταιρεία.

Ωστόσο, φταίει πράγματι ο καπιταλισμός; Φταίει η φύση των ανθρώπων που ρέπει προς την κερδοφορία; Ή μήπως ακόμα και η ελεύθερη αγορά και ο ανταγωνισμός αποτελούν θύματα της μεταδημοκρατίας; Αυτό είναι το θέμα της παρούσας εργασίας. Να εκφράσει μια άποψη σχετικά με το μείζον ζήτημα της σχέσης της μεταδημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς και του καπιταλισμού, αποδεικνύοντας τελικά ότι ο οικονομικός φιλελευθερισμός του laissez faire προσβάλλεται σε μεγάλο βαθμό από την μεταδημοκρατική τάση. Για τον σκοπό αυτό, πρώτα από όλα θα παρουσιάσουμε την αξία του ανταγωνισμού για την λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος αλλά και τα παράδοξα τα οποία δημιουργεί η προσέγγιση της ελεύθερης αγοράς ως ακρογωνιαίος λίθος της κοινωνίας. Έπειτα θα διαχωρίσουμε τον καπιταλισμό στις δύο φύσεις του σύμφωνα με την ανάλυση τον Tom G. Palmer, ενώ στην συνέχεια θα συνδυάσουμε όλα τα παραπάνω με την φύση του ανθρώπου. Τέλος, θα μιλήσουμε για το πόσο μη βιώσιμος είναι ο ολιγοπωλιακός ευνοιοκρατικός καπιταλισμός, για την μη παραγωγικότητα του και για το πως τα «κλειστά στεγανά» υπονομεύουν την ελεύθερη αγορά, τον ανταγωνισμό και αποσυντίθουν την ίδια την κοινωνία.

Με άλλα λόγια, αφού πρώτα συγκεκριμενοποιήσουμε το περιεχόμενο και την ουσία εννοιών όπως ελεύθερη αγορά, ανταγωνισμός, κέρδος, καπιταλισμός, θα παρουσιάσουμε την σημασία τους για τον άνθρωποκαι την κοινωνία. Με αυτά τα εφόδια θα προσεγγίσουμε το επιχείρημα το Colin Crouch και θα αποδείξουμε ότι η μεταδημοκρατία προσβάλλει την «δημιουργική καταστροφή» και άρα την φύση του καπιταλισμού.

Ελεύθερη Αγορά, Καπιταλισμός και Ανθρώπινη Κοινωνία

Σύμφωνα με τον Colin Crouch (2006, σελ. 162), η γνήσια αγορά προϋποθέτει έναν πολύ μεγάλο αριθμό ανταγωνιστικών παραγωγών και πελατών (που τείνει προς το άπειρο) και δυνατότητες σχετικά εύκολης εισόδου για τους νέους παραγωγούς. Με άλλα λόγια, η έννοια της αγοράς στην οποία στηρίζεται σχεδόν το σύνολο του σύγχρονου οικονομικού συστήματος προϋποθέτει τον τέλειο ανταγωνισμό, που δεν θα επιτρέπει χάρες ή προνόμια σε επιμέρους παραγωγούς ή πελάτες. Τι στόχο ωστόσο έχει αυτό; Πρώτα από όλα, χαμηλές τιμές: κανείς δεν μπορεί να είναι σε θέση να επηρεάσει τις τιμές των προϊόντων, ακριβώς γιατί οι υψηλές τιμές δεν είναι ανταγωνιστικές. Δεύτερον, η ανωνυμία. Η απουσία προνομιακών επαφών με τις ρυθμιστικές αρχές και τις κυβερνήσεις αποτελούν προϋπόθεση και στόχο του τέλειου ανταγωνισμού και της υγιούς αγοράς, καθώς οι οποιεσδήποτε τυχόν πολιτικές παρεμβάσεις υπέρ συγκεκριμένων παραγωγών ή προϊόντων καταπιέζουν τον ανταγωνισμό, από την μία, και υποβαθμίζουν την καινοτομία, που αποτελεί στόχο της γνήσιας αγοράς, από την άλλη. Είναι εμφανές πόσο δομικό είναι το ζήτημα η αγορά και ο ανταγωνισμός να λειτουργούν με απόλυτη δικαιοσύνη για την επιβίωση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Ελεύθερη αγορά δεν μπορεί να υπάρξει εάν δεν είναι ανταγωνιστική και δίκαιη.

Οι υπερασπιστές της ελεύθερης αγοράς δίνουν μεγάλη σημασία στην μορφή του ανταγωνισμού και όχι αδίκως. Η διαδικασία του ανταγωνισμού επιτρέπει την διαρκή δοκιμή, τον πειραματισμό και την προσαρμογή ως ανταπόκριση σε συνθήκες που αλλάζουν (Boaz, 2019, σελ. 59-60). Σύμφωνα με τον Tom G. Palmer (2019, σελ.17), ο όρος «καπιταλισμός» δεν αναφέρεται μόνο στην ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών στις αγορές, οι οποίες υπάρχουν από αμνημονεύτων χρόνων, αλλά και στο σύστημα της καινοτομίας, της δημιουργίας πλούτου και της κοινωνικής αλλαγής που έχει φέρει ευημερία σε δισεκατομμύρια ανθρώπους- μια ευημερία, η οποία για τις παλαιότερες γενιές ανθρώπων θα ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Είναι ακριβώς αυτή η «δημιουργική καταστροφή», για την οποία μιλούσε ο Joseph Schumpeter, η διαδικασία της δοκιμής και του λάθους. Για τον λόγο αυτό, οι ελεύθερες αγορές θεμελιώνονται σταθερά στις νόρμες που μας εμποδίζουν να κλέβουμε και που ενισχύουν την εμπιστοσύνη (Palmer, 2019, σελ. 18).

Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγχυση. Ο καπιταλισμός έχει δύο φύσεις: υπάρχει ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς και ο ευνοιοκρατικός καπιταλισμός (Palmer, 2019, σελ. 28). Ο πρώτος είναι ο καπιταλισμός, που αναφέραμε πιο πάνω, ο καπιταλισμός της καινοτομίας, της προόδου, της παραγωγικής κοινωνίας, της ισότητας των ευκαιριών, της εργασίας, των αποταμιεύσεων, των επενδύσεων και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς. Ο δεύτερος καπιταλισμός είναι η διεφθαρμένη ευνοιοκρατία, το σύστημα που βυθίζει τα έθνη στην διαφθορά και στην οπισθοδρόμηση, είναι το σύστημα εκείνο που κυριαρχεί ο φόβος εκείνων που δεν έχουν επενδύσει στην παραγωγή πλούτου αλλά στην πολιτική εξουσία.

Με άλλα λόγια, αν κάποιος είναι πλούσιος (και ιδιαίτερα στην περίπτωση των ολιγοπωλίων, όπως το πετρέλαιο) τότε υπάρχει πιθανότητα αυτός (και σχεδόν ποτέ αυτή) να έχει προνομιακές επαφές και πολιτική ισχύ όντας στενός φίλος, συγγενής με εκείνους που έχουν τυπικά την πολιτική ισχύ με αποτέλεσμα ο ίδιος ο πλούτος να μην είναι δημιούργημα της καινοτομίας και της παραγωγικής επένδυσης αλλά των προνομίων που του παρέχει το κράτος εις βάρος άλλων. Σε αυτό μάλιστα, συμφωνεί κατά έναν τρόπο και ο Colin Crouch, σύμφωνα με τον οποίο στόχος των αυστηρών κανόνων της καθαρής αγοράς, εξαρχής, ήταν να εμποδίσουν την ανάπτυξη του σημαντικού ζητήματος των αυξημένων πιέσεων στην πολιτική εξουσία (Crouch, 2006, σελ. 163).

Η κατάσταση του ευνοιοκρατικού καπιταλισμού της διαπλοκής αποτελεί το όραμα και τον στόχο της ελεύθερης αγοράς; Όχι. Σε καμία περίπτωση. Ακόμα και η λογική της καθοδηγητικής αρχής του κέρδους δεν συνεπάγεται την διαπλοκή. Αντιθέτως, το να βασίζεται κανείς στο ιδιοτελές συμφέρον των άλλων ανθρώπων, σε ένα σύστημα με καλά ορισμένα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και ελεύθερη (και δίκαιη) συναλλαγή, είναι ο μόνος τρόπος να οργανωθεί μια κοινωνία που θα είναι πιο περίπλοκη από ένα χωριό (Boaz, 2019, σελ. 63). Ο εγωιστικός ατομισμός δεν αποτελεί πίστη και δόγμα της ελεύθερης αγοράς. Αντιθέτως θεωρείται μια ουτοπική και απευκταία κατάσταση, γιατί ακριβώς ένα άτομο που ζει μέσα σε αυτά τα πλαίσια είναι απομονωμένο από τους υπόλοιπους ανθρώπους και επιδιώκει μόνο το δικό του κέρδος χωρίς να νοιάζεται καθόλου για τις ανάγκες, τις επιθυμίες, την ζωή των άλλων. Είναι πράγματι μια ουτοπική κατάσταση αυτή, ακριβώς διότι σημαίνει ότι το άτομο τρώει ότι παράγει, φοράει ότι πλέκει, ζει σε ένα σπίτι που έχει φτιάξει μόνος του και περιορίζεται στα φάρμακα που καλλιεργεί στην αυλή του. Αυτό θυμίζει περισσότερο την φυσική κατάσταση, όπως την συνέλαβαν φιλόσοφοι σαν τον Hobbes, και όχι την σύγχρονη περίπλοκη κοινωνία. Η αγορά δημιουργεί κοινότητα. Οι άνθρωποι ζουν μαζί, δουλεύουν και παράγουν σε ομάδες ακριβώς για να μπορούν να εμπορεύονται και ανταγωνίζονται μεταξύ τους με κινητήριο μοχλό το προσωπικό τους κέρδος, με αποτέλεσμα αυτή η κοινότητα να προοδεύει συνεχώς. Κατοχυρώνουν την ιδιοκτησία τους, δημιουργούν νόμους και κοινωνικούς θεσμούς για να προστατέψουν αυτήν τους την συνεργασία. Το γιατί αυτή η κατάσταση τελικά, στην σύγχρονη εποχή, παρεκτράπηκε θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν είναι ζήτημα δομής της ελεύθερης αγοράς αλλά της ηθικής, με την οποία την έχουν εμπλουτίσει οι άνθρωποι.

Σύμφωνα με τον Johan Norberg (2020, p. 32), η συνεργασία και η ανταλλαγή είναι τόσο ουσιώδεις για το ανθρώπινο είδος που είναι δύσκολο να εξηγηθεί τι ήρθε πρώτο: το εμπόριο ή ο άνθρωπος ως homo sapiens. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι διαμορφώνουν το εμπόριο αλλά ταυτόχρονα διαμορφώνονται από αυτό. Αυτό είναι το κλειδί για να αντιληφθεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατάφεραν να αναδειχθούν στον πλανήτη και να κατοικίσουν σε όλων των ειδών τα περιβάλλοντα, χωρίς να έχουν ισχυρούς μηχανισμούς περιβαλλοντικής προσαρμογής. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο homo sapiens είναι στην πραγματικότητα homo mercator, άνθρωπος του εμπορίου, δηλαδή, και την κοινωνικής αλληλεπίδρασης που αυτό δημιουργεί.

Πως ωστόσο φτάσαμε στον homo economicus, την φύση και την ηθική του ανθρώπου που ευθύνεται, εν μέρει, για την «απάνθρωπη αρπακτικότητα», σύμφωνα με την διατύπωση του Adam Smith; Ο κοινωνικός δαρβινισμός, που πολλοί προσάπτουν στην ελεύθερη αγορά, αποτελούσε την κατάσταση, που ο θεωρητικός του laissez faire μισούσε. Ο Adam Smith επέκρινε δριμύτατα την απληστία πολλών επιχειρηματιών, που συχνά συνωμοτούσαν εναντίον των μισθωτών υπαλλήλων τους εκμεταλλευόμενοι την πολιτική επιρροή τους. Το φαινόμενο που περιγράφει με άλλα λόγια ο Crouch (του εκφυλισμού της αγοράς και του ανταγωνισμού μέσω της πολιτικής επιρροής των επιχειρηματιών) δεν είναι σύγχρονο, αλλά αντιθέτως είχε εντοπιστεί κιόλας από τα μέσα του 18ου αιώνα και είναι μια κατάσταση που ο πατέρας του φιλελευθερισμού απεχθανόταν. Για τον Adam Smith, μάλιστα, η πηγή του πλούτου δεν είναι το χρήμα. Αντιθέτως η πηγή του Πλούτου των Εθνών είναι τα προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας. Η αύξηση αυτού του του πλούτου μέσω της εξειδίκευσης και της καινοτομίας συνιστά ακριβώς την έννοια της οικονομικής δυναμικής και ανάπτυξης, ως ένα παίγνιο θετικού αθροίσματος. Και έτσι δομείται και η πολιτική κοινωνία, καθώς είναι η αυθόρμητη φυσική τάση του καταμερισμού εργασίας και των αγορών (Δουράκης, 2010, σελ. 4). Συνδυάζοντας όλα όσα είπαμε μέχρι στιγμής, η δίκαιη και ελεύθερη αγορά είναι η απεικόνιση και ο συμβολισμός της κοινωνικής συνύπαρξης των ανθρώπων, των οικονομικών τους σχέσεων και της μορφής της κοινωνικής τους οργάνωσης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η αγορά είναι η ίδια η κοινωνία και για αυτόν τον λόγο ο όρος homo mercator εκφράζει την φυσική ροπή του ανθρώπου να διαπραγματεύεται, να εμπορεύεται και να ανταλλάσσει διάφορα πράγματα (θέση που εξέφρασε και ο Norberg, 2020, p. 33-35) έχοντας ως αποτέλεσμα τον καταμερισμό της εργασίας. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τον Πλούτο των Εθνών, και ουσιαστικά τον ίδιο τον φιλελευθερισμό, σύμφωνα με τον Γιώργο Δουράκη (2010, σελ. 6) πρέπει να δούμε µε ποιον ακριβώς τρόπο συνδέεται µε το άλλο μεγάλο (φιλοσοφικό) βιβλίο του συγγραφέα, την Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων. Ο Σμίθ πιστεύει ακράδαντα ότι ο άνθρωπος οφείλει να επιδιώκει το προσωπικό συμφέρον, στη βάση όμως των ηθικών αξιών, των εθίμων, των συνηθειών και των κανόνων συμπεριφοράς που επικρατούν στην κοινωνία όπου ζει και εργάζεται. Οι ηθικές και πολιτισμικές αυτές αξίες αποτελούν τον συνεκτικό ιστό των εμπορικών συναλλαγών και διαμορφώνουν το κλίμα εμπιστοσύνης που χρειάζεται για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Με το σεβασμό μάλιστα αυτών των αρχών στις καθημερινές εμπορικές συναλλαγές, οι αγορές συμβάλλουν έμπρακτα στην παγίωση και την περαιτέρω διάχυσή τους στην κοινωνία.

Στην περίπτωση λοιπόν που πραγματοποιηθεί η υπέρβαση των καθιερωμένων ορίων, την στιγμή δηλαδή που παραβιαστούν οι ηθικές αξίες (της κοινωνικής αλληλεγγύης και συνεργασίας), η εμπιστοσύνη εκλείπει και οι αγορές καταρρέουν. Οι αγορές ως μια κοινωνική κατασκευή των ανθρώπων (που δημιουργήθηκε παρόλαυτα χωρίς να έχουν τέτοια πρόθεση) εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εμπιστοσύνη και τα συναισθήματα τους. Για αυτόν τον λόγο και ο Γιάνης Βαρουφάκης (2011, σελ. 110) μίλησε για το παράδοξο της προφητείας, σύμφωνα με το οποίο οι επιχειρηματίες σταματούν κάθε επένδυση με το που εμφανίζονται τα πρώτα μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα (…) και οι απαισιόδοξες προσδοκίες τους τείνουν να επαληθευτούν μόνο και μόνο επειδή μπήκαν στο μυαλό τους, επηρεάζοντας άμεσα στις επιχειρηματικές τους αποφάσεις. Μια ενδεχόμενη συνεπώς απονομιμοποίηση των αγορών, με την απουσία του κλίματος εμπιστοσύνης στο μυαλό των ανθρώπων οδηγεί σε ολική κατάρρευση του συστήματος, με αποτέλεσμα η επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος να είναι απαραίτητο να υπόκειται σε σαφείς ηθικούς και πολιτισμικούς περιορισμούς.

«Ο παίκτης που δεν μπορεί να χάσει»: η υποβάθμιση της δημιουργικής καταστροφής

Επανερχόμενοι στην υπόθεση της μεταδημοκρατίας, κατά τον Colin Crouch, το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων. Η εξασφάλιση των συμβολαίων, ο καθορισμός των όρων τους και ο προγραμματισμός της μελλοντικής τους ανανέωσης δημιουργούν ευκαιρίες για πυκνές επαφές ανάμεσα στα διάφορα μέλη της «έλλειψης» της νέας πολιτικής τάξης: τον μικρό αριθμό των ατόμων της κυρίαρχης τάξης που εκπροσωπεί τις επιχειρήσεις, τους πολιτικούς συμβούλους και το προσωπικό των δεξαμενών σκέψης των κομμάτων, μαζί με τους νυν υπουργούς και δημόσιους λειτουργούς (Crouch, 2006, σελ. 165). Η μεταδημοκρατική φύση του ευνοιοκρατικού καπιταλισμού, με άλλα λόγια, δημιουργεί μια ελίτ, μια ολιγαρχία ή αλλιώς κλειστά στεγανά στα πλαίσια της οποίας ρυθμιστής και ρυθμιζόμενος ταυτίζονται δημιουργώντας ένα σύστημα μη βιώσιμο.

Γιατί ένα τέτοιο σύστημα είναι μη βιώσιμο;

Advertisement

Η διαφθορά υπάρχει εκεί που υπάρχουν τα κίνητρα και το σχετικό διακύβευμα. Γεννάται μέσα από την κυκλοφορία προσόδου για διανομή την ίδια ώρα που η παραγωγή προστιθέμενης αξίας, δηλαδή εισοδήματος και κέρδους, αντιμετωπίζει όχι μόνο υπερβολικά γραφειοκρατικά εμπόδια, αλλά και όταν επιτευχθεί, δεν προστατεύεται από τις επιδρομές των προσοδοθήρων (Πελαγίδης, 2015), σελ. 40). Μέσα σε αυτά τα κλειστά στεγανά των προσοδοθήρων κυριαρχεί στην πράξη ο προσωπικός κανόνας (personal rule) σε βάρος του κράτους δικαίου (rule of law) και των νόμων της αγοράς. Σε αυτό το δίκτυο, σε αυτά τα κλειστά στεγανά, κυκλοφορεί η πλεονάζουσα πρόσοδος, ως προϊόν των κρατικών επιχορηγήσεων και ρυθμίσεων ή των δημοσιονομικών μηχανισμών του κράτους. Η πρόσοδος αυτή δημιουργείται από την κλειστότητα του συστήματος των επιμέρους αγορών της οικονομίας και γεννά ταυτόχρονα τους κατακτητές της, οι οποίοι ζουν και δρουν με σκοπό την λαφυραγώγηση (Πελαγίδης, 2015, σελ. 41). Με άλλα λόγια, η κλειστότητα των συστημάτων της αγοράς συμφέρει τους προσοδοθήρες, ευνοιοκράτες γιατί ακριβώς επιτρέπει μεγαλύτερες τιμολογήσεις (που δεν θα ήταν πιθανές στα πλαίσια ενός δίκαιου ανταγωνισμού) και για τον σκοπό αυτό, την διατήρηση αυτής της κατάστασης τα μέλη του κλειστού στεγανού ξοδεύουν χρόνο και χρήμα στο ζήτημα της επιρροής, ιδιαίτερα προς την νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, που εγγυάται με ανταλλάγματα την διατήρηση αυτής την ολιγοπωλιακής κατάστασης. Αυτό μειώνει της παραγωγικές επενδύσεις, την οικονομική ανάπτυξη, τόσο γιατί ο χρόνος και το χρήμα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν παραγωγικά όσο όμως και γιατί αποθαρρύνει κάποιον outsider, που γνωρίζει την ύπαρξη αυτού του στεγανού, να επενδύσει στην οικονομία εισάγοντας πλούτου. Την ίδια στιγμή, το φταίξιμο πέφτει στην αγορά, η οποία στην πραγματικότητα δεν δούλεψε όπως έπρεπε όχι εξαιτίας της φύσης της, αλλά εξαιτίας της στρατηγικής συγκεκριμένων ολιγαρχιών. Το εισόδημα των καταναλωτών μειώνεται (λόγω ακριβώς των υπερτιμολογημένων αγαθών που είτε έμμεσα είτε άμεσα επηρεάζουν τον ίδιο τον πολίτη) και οι αγορές απονομιμοποιούνται ως ο αποδιοπομπαίος τράγος των αντιαποδοτικών και στρεβλών κινήτρων του κλειστού στεγανού και της ολιγαρχίας.

Η δημιουργική καταστροφή αποτελεί πλέον παρελθόν διότι το κλειστό σύστημα της ολιγαρχίας δεν επιτρέπει την πτώχευση του με αποτέλεσμα να δημιουργούνται παίκτες που στο ανταγωνιστικό παιχνίδι, πέρα από τα προνόμια που έχουν, δεν μπορούν να χάσουν.

Συνεπώς;

Παρά το γεγονός ότι η βιβλιογραφία γύρω από το θέμα της μεταδημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς, υπό την οπτική που παρουσιάσαμε παραπάνω, είναι περιορισμένη, πραγματοποιήθηκε μια προσπάθεια σύνδεσης αυτών των δύο με σκοπό την παρουσίαση του εκφυλισμού της αγοράς λόγω της μεταδημοκρατικής τάσης. Επίσης, παρόλο που δεν είναι αυτός ο πυρήνας της θεωρητικοποίησης του Crouch και δεν είναι αυτός ο στόχος του, να μιλήσει δηλαδή για τις επιπτώσεις των μεταδημοκρατικων πρακτικών στην λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, προσπαθήσαμε με όχημα την προσέγγιση του να παρουσιάσουμε και μια άλλη οπτική του φαινομένου.

Όπως είδαμε παραπάνω, η μεταδημοκρατία υπονομεύει τον ανταγωνισμό, βραχυκυκλώνει την ελεύθερη αγορά και με αυτόν τον τρόπο εκφυλίζει τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και τα κοινωνικά προϊόντα που αυτή παράγει. Τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης είναι υπονομευτικά ακόμα και για την ίδια την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας όσο φυσικά και για τον ελεύθερο καπιταλισμό. Η ευνοιοκρατική οργάνωση των καπιταλιστικών σχέσεων έρχεται σε κόντρα με τις προϋποθέσεις της γνήσιας αγοράς, που είχαμε θέσει εξαρχής: μεγάλος αριθμός, δηλαδή, ανταγωνιστικών παραγωγών και πελατών και ποικίλες δυνατότητες εύκολης εισόδου για νέους παραγωγούς. Στην μεταδημοκρατική αγορά και στον ολιγοπωλιακό καπιταλισμό αυτές οι προϋποθέσεις παύουν να λειτουργούν, καθώς οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν βιώσιμα στον ανταγωνισμό περιορίζονται σε μια κλειστή ομάδα, ένα κλειστό στεγανό, αποκλείοντας ανταγωνίστριες επιχειρήσεις και παραγωγούς που απειλούν να εκμεταλλευτούν την πλεονάζουσα πρόσοδο.

Ταυτόχρονα, στα πλαίσια αυτού του κλειστού στεγανού, οι χαμηλές τιμές και η ανωνυμία χάνονται το ένα ως αποτέλεσμα του άλλου. Ακριβώς επειδή οι επιχειρήσεις δεν είναι ανώνυμες αλλά αντιθέτως επώνυμες προς την ρυθμιστική αρχή, επηρεάζουν τις τιμές, που συνήθως έχουν ανοδική κατεύθυνση εις βάρος τόσο των καταναλωτών όσο και του κράτους (μέσα από τις ψηλές αποζημιώσεις ή τις ψηλές τιμολογήσεις των ανατιθέμενων δημοσίων έργων). Έτσι οι ανισότητες αυξάνονται, η θεμελιώδης έννοια της δημιουργικής καταστροφής, της δοκιμής και του ρίσκου, με άλλα λόγια, χάνει το νόημα της και το σύστημα απονομιμοποιείται.

Συνεπώς, με αυτόν τον τρόπο είναι εμφανές ότι η μεταδημοκρατική τάση, μέσω της δημιουργίας προνομιακών σχέσεων συγκεκριμένων εταιρειών με τους θεσμούς και τα πρόσωπα της επίσημης πολιτικής εξουσίας, εκφυλίζει την ελεύθερη αγορά, μην επιτρέποντας την ουσιαστικά να λειτουργήσει σύμφωνα με τις θεμελιακές της αξίες. Τέλος, μια προσδοκία, που θα μπορούσε κανείς να εκφράσει θα ήταν να επιβληθούν οι αυστηροί κανόνες της δίκαιης λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς, που θα μειώσουν τις ανισότητες και θα μοιράσουν τον κοινωνικό πλούτο πετυχαίνοντας την συλλογική ευημερία.

Βιβλιογραφία

Boaz, D. (2019). Ανταγωνισμός και Συνεργασία, στο Palmer, T.G. (2019). Η ηθική του καπιταλισμού, σελ. 59-66. Εκδόσεις Φιλελεύθερος Τύπος ΑΕ. Αθήνα.

Crouch, C. (2006). Μεταδημοκρατία. Εκδόσεις Εκκρεμές (Μτφρ Κιουπκιολής Αλέξανδρος). Αθήνα.

Mair, P. (2020). Κυβερνώντας το κενό. Η εξασθένιση της Δυτικής Δημοκρατίας. Εκδόσεις Επίκεντρο.

Norberg, J. (2020). Open: the story of human progress. Atlantic Books. London

Palmer, T.G. (2019). Εισαγωγή στο Η ηθική του καπιταλισμού, σελ. 17-33. Εκδόσεις Φιλελεύθερος Τύπος ΑΕ. Αθήνα.

Βαρουφάκης, Γ. (2011). Ο παγκόσμιος μινώταυρος: οι πραγματικές αιτίες της κρίσης. Εκδόσεις Λιβάνη. Αθήνα.

Δουράκης, Γ. (2010). Ξαναδιαβάζοντας τον πλούτο των εθνών. Εισαγωγή στο Smith, A. Ο πλούτος των εθνών. Εκδόσεις ΔΟΛ-Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ (2010). Αθήνα.

Πελαγίδης, Θ. (2015). Τα κίνητρα και η διαφθορά στην Ελληνική οικονομία, στο Πελαγίδης, Θ. Ανάλυση της ελληνικής οικονομίας. Ηλεκτρ. Βιβλίο. Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών. Αθήνα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Next Post

Οιωνοί κυοφορούμενης αλλαγής στα ΄΄σπλάχνα΄΄ της ΕΕ.

Αν η πολυδιάστατη οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 2010 απετέλεσε για την ΕΕ και ειδικότερα για την Ευρωζώνη μία πρώτης τάξεως δοκιμασία για την συνοχή, η παρούσα πανδημική κρίση με την COVID-19 αποτελεί έναν άθλο που δοκιμάζει εκ νέου με σφοδρότερο τρόπο τα θεμέλια του Ευρωπαϊκού Εγχειρήματος. Διότι […]

Κάνε εγγραφή